Η Εγκουέν ακολούθησε γοργά. Το γαλαζωπό φως έλουζε το πρόσωπο της Ηλαίην, αλλά έστω κι έτσι της Εγκουέν της φάνηκε πιο χλωμό απ’ όσο έπρεπε. Εδώ κάτω μπορούμε να φωνάζουμε μέχρι να ξελαρυγγιαστούμε, χωρίς να ακούσει κάποιος ούτε κλαψούρισμα.
Ένιωσε να σχηματίζεται ένας κεραυνός, ή η δυνατότητά για έναν και παραλίγο να σκοντάψει. Ποτέ άλλοτε δεν είχε διαβιβάσει δύο ροές ταυτοχρόνως· δεν φαινόταν καθόλου δύσκολο.
Η κεντρική αίθουσα του δεύτερου υπογείου ήταν σαν του πρώτου, φαρδιά και σκονισμένη, αλλά με χαμηλότερο ταβάνι. Η Νυνάβε προχώρησε βιαστικά προς την τρίτη πόρτα στα δεξιά και σταμάτησε.
Η πόρτα δεν ήταν μεγάλη, αλλά οι τραχιές, ξύλινες σανίδες της, με κάποιον τρόπο, έδιναν την εντύπωση ότι είχαν μεγάλο πάχος. Μια στρογγυλή, σιδερένια κλειδαριά κρεμόταν από μια γερή αλυσίδα, που ήταν τεντωμένη σφιχτά ανάμεσα σε δυο χοντρές κλάπες, η μια στην πόρτα, η άλλη στον τοίχο. Η κλειδαριά και η αλυσίδα έμοιαζαν καινούριες· δεν υπήρχε σχεδόν καθόλου σκόνη πάνω τους.
«Κλειδαριά!» Η Νυνάβε την τράνταξε· η αλυσίδα δεν είχε καθόλου λάσκο, ούτε και η κλειδαριά. «Έχετε δει πουθενά αλλού κλειδαριά;» Την ξανατράβηξε και την έριξε προς την πόρτα τόσο δυνατά, που η κλειδαριά αναπήδησε. Ο κρότος αντήχησε στην αίθουσα. «Πρώτη φορά βλέπω κλειδωμένη πόρτα!» Χτύπησε με τη γροθιά της το τραχύ ξύλο. «Πρώτη φορά!»
«Ηρέμησε», είπε η Ηλαίην. «Μη σε πιάνει υστερία. Θα άνοιγα την πόρτα μόνη μου, αν μπορούσα να δω πώς λειτουργεί εσωτερικά η κλειδαριά. Θα την ανοίξουμε με άλλο τρόπο».
«Δεν θέλω γα ηρεμήσω», αγρίεψε η Νυνάβε. «Θέλω να οργιστώ! Θέλω...!»
Η Εγκουέν, διώχνοντας από την αντίληψή της το ξέσπασμα της Νυνάβε, άγγιξε την αλυσίδα. Από τότε που είχε φύγει από την Ταρ Βάλον είχε μάθει κι άλλα πράγματα, πέραν του να σχηματίζει κεραυνούς. Ένα απ’ αυτά ήταν η συνάφεια με τα μέταλλα. Αυτή προερχόταν από τη Γη, μια από τις Πέντε Δυνάμεις την οποία ελάχιστες γυναίκες είχαν την ικανότητα να χειριστούν —η άλλη ήταν η Φωτιά― αλλά η Εγκουέν τη διέθετε και μπορούσε να νιώσει την αλυσίδα, να νιώσει τα μικρά κομμάτια του ψυχρού μετάλλου, τα μοτίβα που δημιουργούσαν. Η Δύναμη μέσα της τρεμούλιαζε με ρυθμό αντίστοιχο των δονήσεων αυτών των μοτίβων.
«Φύγε από μπροστά μου, Εγκουέν».
Κοίταξε γύρω της και είδε τη Νυνάβε τυλιγμένη στη λάμψη του σαϊντάρ, να κρατά ένα λοστό με χρώμα που έμοιαζε τόσο στο γαλανόλευκο του φωτός, που ήταν σχεδόν αόρατος. Η Νυνάβε κοίταξε συνοφρυωμένη την αλυσίδα, μουρμούρισε κάτι για γωνίες και μοχλούς και, ξαφνικά, ο λοστός ήταν διπλός στο μήκος.
«Φύγε, Εγκουέν».
Η Εγκουέν έφυγε.
Η Νυνάβε έχωσε την άκρη του λοστού μέσα από την αλυσίδα, τον στήριξε και τον ανασήκωσε με όλη της τη δύναμη. Η αλυσίδα κόπηκε σαν κλωστή. Η Νυνάβε άφησε μια κοφτή κραυγή και τινάχτηκε έκπληκτη σχεδόν ως το κέντρο της αίθουσας, ενώ ο λοστός αναπήδησε στο πάτωμα. Η Νυνάβε σηκώθηκε και κοίταξε έκπληκτη το λοστό και την αλυσίδα. Ο λοστός εξαφανίστηκε.
«Νομίζω ότι έκανα κάτι στην αλυσίδα», είπε η Εγκουέν. Και μακάρι να ήξερα τι ήταν.
«Ας έλεγες κάτι», μουρμούρισε η Νυνάβε. Τράβηξε την αλυσίδα από τις κλάπες και άνοιξε διάπλατα την πόρτα. «Λοιπόν; Εκεί θα στέκεστε όλη μέρα;»
Το σκονισμένο δωμάτιο ήταν, ίσως, δέκα τετραγωνικές απλωσιές, αλλά είχε μόνο ένα σωρό με μεγάλες σακούλες φτιαγμένες από γερό, καφέ ύφασμα, που καθεμιά τους ήταν γεμάτη και είχε την ετικέτα και τη Σφραγίδα της Ταρ Βάλον. Η Εγκουέν δεν χρειαζόταν να τις μετρήσει για να καταλάβει ότι ήταν δεκατρείς.
Πλησίασε τη φωτεινή μπάλα της στον τοίχο και τη στερέωσε εκεί· δεν ήξερε πώς το έκανε, αλλά όταν πήρε το χέρι της, το φως παρέμεινε. Μαθαίνω να κάνω πράγματα δίχως να ξέρω τι είναι, σκέφτηκε νευρικά.
Η Ηλαίην την κοίταξε συνοφρυωμένη, σαν να συλλογιζόταν κάτι και μετά κρέμασε κι αυτή το φως στον τοίχο. Παρακολουθώντας την, η Εγκουέν σκέφτηκε ότι ήξερε τι είχε κάνει. Λυτή το έμαθε από μένα, αλλά εγώ μόλις το έμαθα απ αυτήν. Ανατρίχιασε.
Η Νυνάβε άρχισε αμέσως να ξεχωρίζει τις τσάντες και να διαβάζει τις ετικέτες. «Ριάνα. Τζόγια Μπύιρ. Αυτές ψάχνουμε». Εξέτασε τη σφραγίδα σε μια τσάντα και μετά έσπασε το βουλοκέρι και ξετύλιξε τους σπάγκους. «Τουλάχιστον, ξέρουμε ότι κανένας άλλος δεν ήρθε εδώ πριν από εμάς».
Η Εγκουέν διάλεξε μια τσάντα και έσπασε τη σφραγίδα χωρίς να διαβάσει το όνομα στην ετικέτα. Δεν ήθελε να ξέρει ποιας τα πράγματα έψαχνε. Όταν την αναποδογύρισε στο σκονισμένο πάτωμα, είδε ότι είχε, κυρίως, παλιά ρούχα, παπούτσια και μερικά σχισμένα και τσαλακωμένα χαρτιά, από εκείνα που μπορεί να κρύβονταν στην γκαρνταρόμπα μιας γυναίκας που δεν έδειχνε ιδιαίτερη σχολαστικότητα στο καθάρισμα του δωματίου της. «Δεν βλέπω κάτι χρήσιμο εδώ. Ένας μανδύας, που δεν κάνει ούτε για πατσαβούρα. Ο σχισμένος χάρτης κάποιας πόλης. Το Δάκρυ, λέει στη γωνία. Τρεις κάλτσες, που θέλουν μοντάρισμα». Έχωσε το δάχτυλο στην τρύπα μιας ορφανής, βελούδινης παντόφλας και το κούνησε προς τις άλλες. «Αυτή δεν άφησε κανένα στοιχείο».