«Ούτε η Αμίκο άφησε κάτι», είπε απογοητευμένη η Ηλαίην, παραμερίζοντας ρούχα και με τα δύο χέρια. «Ούτε κουρέλια να ήταν. Μια στιγμή, να ένα βιβλίο. Αυτή που τα μάζευε σίγουρα βιαζόταν, αφού έριξε βιβλίο εδώ μέσα. Έθιμα και Τελετές της Δακρινής Αυλής. Το εξώφυλλο είναι σχισμένο, αλλά οι αδελφές σίγουρα θα το θέλουν». Οι αδελφές που φυλάνε τη βιβλιοθήκη οπωσδήποτε θα το ήθελαν. Κανείς δεν πετούσε βιβλία, όσο χαλασμένα κι αν ήταν.
«Το Δάκρυ», είπε ανέκφραστα η Νυνάβε. Γονατίζοντας ανάμεσα στο σωρό των πραγμάτων από την τσάντα που έψαχνε, ψάρεψε ένα κομμάτι χαρτί που είχε ήδη πετάξει. «Ένας κατάλογος εμπορικών πλοίων του Ερινίν, με τις ημερομηνίες που σαλπάρισαν από την Ταρ Βάλον και τις ημερομηνίες που αναμένεται να φτάσουν στο Δάκρυ».
«Μπορεί να είναι σύμπτωση», είπε αργά η Εγκουέν.
«Ίσως», είπε η Νυνάβε. Δίπλωσε το χαρτί, το έχωσε στο μανίκι της κι έπειτα έσπασε τη σφραγίδα μιας άλλης τσάντας.
Όταν τελείωσαν, έχοντας ψάξει από δυο φορές κάθε τσάντα και έχοντας φτιάξει στοίβες σκουπίδια στις άκρες του δωματίου, η Εγκουέν κάθισε σε μια αδειανή τσάντα, τόσο απορροφημένη που δεν πρόσεξε ούτε τον ίδιο της το μορφασμό. Δίπλωσε τα πόδια της και εξέτασε τη μικρή συλλογή που είχαν δημιουργήσει, με όλα τα πράγματα απλωμένα σε μια σειρά.
«Είναι πάρα πολλά», είπε η Ηλαίην. «Παραείναι πολλά».
«Παραείναι πολλά», συμφώνησε η Νυνάβε.
Υπήρχε και δεύτερο βιβλίο, ένας φθαρμένος, δερματόδετος τόμος με τίτλο Παρατηρήσεις από μια Επίσκεψη στο Δάκρυ, που οι μισές σελίδες του είχαν ξεκολλήσει. Υπήρχε και άλλη μια λίστα με εμπορικά πλοία, η οποία είχε κολλήσει στη φόδρα ενός ξεσχισμένου μανδύα που βρισκόταν στην τσάντα της Τσέσμαλ Έμρυ, ίσως έχοντας πέσει εκεί από μια τρύπα στην τσέπη του μανδύα. Δεν είχε τίποτα άλλο εκτός από τα ονόματα, όμως όλα τους υπήρχαν και στην άλλη λίστα και, σύμφωνα μ’ αυτήν, όλα αυτά τα πλοία είχαν σαλπάρει νωρίς το πρωί μετά τη νύχτα που η Λίαντριν και οι υπόλοιπες είχαν φύγει από τον Πύργο. Υπήρχε ένα βιαστικά σχεδιασμένο σκίτσο κάποιου μεγάλου κτιρίου, με ένα δωμάτιο που είχε την αμυδρή σημείωση «Καρδιά της Πέτρας», καθώς και μια σελίδα με τα ονόματα πέντε πανδοχείων, με τη λέξη «Δάκρυ» στην κορυφή της σελίδας, που ήταν μουντζουρωμένη αλλά διακρινόταν, αν και δύσκολα. Υπήρχε...
«Υπάρχει κάτι από την καθεμιά», μουρμούρισε η Εγκουέν. «Καθεμιά τους άφησε κάτι, που δείχνει ταξίδι στο Δάκρυ. Πώς τους ξέφυγε αυτό, αν ερεύνησαν τα πράγματά τους; Γιατί δεν είπε τίποτα η Άμερλιν;»
«Η Άμερλιν», είπε πικρά η Νυνάβε, «κρατάει κλειστά τα χαρτιά της. Τι σημασία έχει αν καούμε εμείς γι’ αυτό!» Πήρε μια βαθιά ανάσα και φτερνίστηκε, εξαιτίας της σκόνης που είχαν σηκώσει. «Αυτό που με ανησυχεί είναι μήπως βλέπω μπροστά μου ένα δόλωμα».
«Δόλωμα;» είπε η Εγκουέν. Αλλά το κατάλαβε μόλις ξεστόμισε τη λέξη.
Η Νυνάβε ένευσε. «Δόλωμα. Παγίδα. Ή, ίσως, αντιπερισπασμός. Αλλά, είτε είναι παγίδα, είτε αντιπερισπασμός, είναι τόσο φανερό που κανένας δεν πρόκειται να κάνει το λάθος».
«Εκτός αν δεν τις ενδιέφερε η ανακάλυψη ή μη της παγίδας». Αβεβαιότητα χρωμάτιζε τη φωνή της Ηλαίην. «Ή, ίσως, σκόπευαν να το κάνουν τόσο προφανές, ώστε να απορριφθεί αμέσως το Δάκρυ».
Η Εγκουέν ευχήθηκε να μην είχε τόση αυτοπεποίθηση το Μαύρο Άτζα. Κατάλαβε ότι έσφιγγε το θύλακο με τα δάχτυλά της και ακολουθούσε με τον αντίχειρά της τη στρεβλωμένη καμπύλη του πέτρινου δαχτυλιδιού εκεί μέσα. «Ίσως σκόπευαν να γελάσουν με αυτόν που θα το έβρισκε», είπε απαλά. «Ίσως πίστευαν ότι, όποιος το έβρισκε, θα έτρεχε αμέσως στο κατόπι τους, με θυμό και περηφάνια». Ήξεραν ότι θα το βρίσκαμε εμείς; Αυτή την ιδέα έχουν για εμάς;
«Που να καώ!» μούγκρισε η Νυνάβε. Έμειναν εμβρόντητες· η Νυνάβε ποτέ δεν χρησιμοποιούσε τέτοια γλώσσα.
Για μια στιγμή, στάθηκαν χαζεύοντας σιωπηλές τα στοιχεία.
«Τι κάνουμε τώρα;» ρώτησε, στο τέλος, η Ηλαίην.
Η Εγκουέν έσφιξε δυνατά το δαχτυλίδι. Το Ονείρεμα ήταν στενά συσχετισμένο με την Πρόβλεψη· το μέλλον, καθώς και τα γεγονότα σε άλλους τόπους, μπορούσαν να εμφανιστούν στα όνειρα της Ονειρεύτριας. «Ίσως να ξέρουμε, μετά την αποψινή νύχτα».
Η Νυνάβε την κοίταξε σιωπηλά, ανέκφραστα και μετά διάλεξε ένα σκούρο φόρεμα, που έμοιαζε να μην είναι κατατρυπημένο και άρχισε να βάζει μέσα τα πράγματα που είχαν βρει. «Προς το παρόν», είπε, «θα τα πάρουμε στο δωμάτιό μου και θα τα κρύψουμε. Νομίζω ότι μόλις που προλαβαίνουμε, αν δεν θέλουμε να φτάσουμε αργά στα μαγειρεία».