Выбрать главу

Αργά, σκέφτηκε η Ηλαίην. Όσο πιο πολύ άγγιζε το δαχτυλίδι πάνω από το θύλακό της τόσο πιο επείγουσα ένιωθε την ανάγκη. Ήδη είμαστε ένα βήμα πίσω. Ίσως, όμως, να μην είναι πολύ αργά.

27

Τελ’αράν’ριοντ

Το δωμάτιο που είχαν δώσει στην Εγκουέν, στον ίδιο εξώστη με τη Νυνάβε και την Ηλαίην, δεν ήταν πολύ διαφορετικό από το δωμάτιο της Νυνάβε. Το κρεβάτι της ήταν λίγο πιο φαρδύ, το τραπέζι λίγο πιο μικρό. Το χαλάκι της είχε λουλούδια, αντί για περγαμηνές. Αυτό ήταν όλο. Μετά τα καταλύματα των μαθητευόμενων έμοιαζε με δωμάτιο σε παλάτι, αλλά όταν οι τρεις τους μαζεύτηκαν εκεί αργά εκείνη τη νύχτα, η Εγκουέν ευχήθηκε να βρισκόταν ακόμα στους εξώστες των μαθητευομένων, δίχως δαχτυλίδι στο δάχτυλο και δίχως ρίγες στο φόρεμα. Οι άλλες δύο έμοιαζαν να μοιράζονται τη νευρικότητά της.

Για δύο ακόμα γεύματα είχαν δουλέψει στα μαγειρεία και στο ενδιάμεσο είχαν προσπαθήσει να βρουν μια άκρη απ’ αυτά που είχαν ανακαλύψει στην αποθήκη. Άραγε, ήταν παγίδα ή, μήπως, προσπάθεια να στρέψουν τις έρευνες σε λάθος κατεύθυνση; Άραγε, η Αμερλιν ήξερε γι’ αυτά κι αν ναι, τότε γιατί δεν τα είχε αναφέρει; Συζητώντας, απάντηση δεν βρήκαν και η Αμερλιν δεν εμφανίστηκε για να τη ρωτήσουν.

Η Βέριν είχε πάει στην κουζίνα μετά το μεσημεριανό και βλεφάρισε, σαν να μην ήξερε τι ζητούσε εκεί. Όταν είδε την Εγκουέν και τις άλλες δύο γονατισμένες ανάμεσα στις χύτρες και τα κατσαρολικά, για μια στιγμή φάνηκε έκπληκτη και μετά πλησίασε και ρώτησε, αρκετά δυνατά για να ακουστεί παντού: «Βρήκατε τίποτα;»

Η Ηλαίην, με το κεφάλι και τους ώμους μέσα σε μια θεόρατη κατσαρόλα της σούπας, κουτούλησε στο χείλος καθώς έβγαινε. Τα γαλάζια μάτια της έμοιαζαν τόσο μεγάλα που δέσποζαν στο πρόσωπό της.

«Τίποτα, εκτός από λίγδα και ιδρώτα, Λες Σεντάι», είπε η Νυνάβε. Τράβηξε την πλεξούδα της, αφήνοντας ένα λεκέ από πηχτή σούπα στις σκούρες τρίχες της και έκανε μια γκριμάτσα.

Η Βέριν ένευσε, σαν να ήταν αυτή η απάντηση που ήθελε. «Τότε, συνεχίστε το ψάξιμο». Ξανακοίταξε ολόγυρα το μαγειρείο σμίγοντας τα φρύδια, σαν να απορούσε που είχε βρεθεί εκεί πέρα και μετά έφυγε.

Η Αλάνα πήγε στην κουζίνα μετά το μεσημέρι, για να πάρει μια γαβάθα με μεγάλα, πράσινα μούρα και μια κανάτα κρασί, ενώ η Ελάιντα και αργότερα η Σέριαμ πήγαν μετά το δείπνο. Και η Ανάγια, επίσης.

Η Αλάνα είχε ρωτήσει την Εγκουέν αν ήθελε να μάθει περισσότερα για το Πράσινο Άτζα και ενδιαφέρθηκε για το πότε θα συνέχιζαν τις σπουδές τους. Το ότι οι Αποδεχθείσες επέλεγαν μόνες τα μαθήματά τους δεν σήμαινε ότι μπορούσαν να μην κάνουν τίποτα. Οι πρώτες βδομάδες θα ήταν δύσκολες, βέβαια, αλλά έπρεπε να επιλέξουν, αλλιώς θα επέλεγαν άλλες γι’ αυτές.

Η Ελάιντα απλώς στάθηκε εκεί για λίγο, ατενίζοντάς τες με αυστηρό βλέμμα και με τα χέρια στους γοφούς. Η Σέριαμ έκανε το ίδιο, με σχεδόν ολόιδια πόζα. Η Ανάγια στάθηκε κι αυτή έτσι, αλλά το βλέμμα της έδειχνε περισσότερη έγνοια. Μέχρι τη στιγμή που τις είδε να την κοιτάζουν. Τότε, πήρε ίδια έκφραση με την Ελάιντα και τη Σέριαμ πιο πριν.

Απ’ όσο μπορούσε να καταλάβει η Εγκουέν, αυτές οι επισκέψεις δεν σήμαιναν τίποτα. Η Κυρά των Μαθητευομένων, βεβαίως, είχε λόγο να τις προσέχει, όπως επίσης και τις άλλες μαθητευόμενες που εργάζονταν στα μαγειρεία και η Ελάιντα είχε λόγο να προσέχει την Κόρη-Διάδοχο του Άντορ. Η Εγκουέν προσπάθησε να μη σκέφτεται ότι η Άες Σεντάι είχε δείξει περιέργεια για τον Ραντ. Όσο για την Αλάνα, δεν ήταν η μόνη Άες Σεντάι που ερχόταν να πάρει δίσκο για το δωμάτιο της, αντί να φάει με τις άλλες. Οι μισές αδελφές στον Πύργο ήταν τόσο απασχολημένες που δεν προλάβαιναν να φάνε, τόσο απασχολημένες που δεν προλάβαιναν να διατάξουν μια υπηρέτρια να φέρει φαγητό. Και η Ανάγια...; Η Ανάγια μπορεί να νοιαζόταν για την Ονειρεύτριά της. Όχι ότι θα έκανε κάτι για να απαλύνει την τιμωρία που είχε ορίσει προσωπικά η Έδρα της Άμερλιν. Μπορεί να ήταν αυτός ο λόγος που είχε πάει στην κουζίνα η Ανάγια. Μπορεί να ήταν.

Κρεμώντας το φόρεμά της στην ντουλάπα, η Εγκουέν ξανασκέφτηκε άλλη μια φορά ότι το στραβοπάτημα της Βέριν μπορεί να ήταν εντελώς συνηθισμένο· η Καφέ αδελφή συχνά ήταν αφηρημένη. Αν ήταν στραβοπάτημα. Κάθισε στην άκρη του κρεβατιού, σήκωσε την πουκαμίσα της και άρχισε να κατεβάζει τις κάλτσες της. Είχε αρχίσει να αντιπαθεί το λευκό όσο και το γκρίζο.

Η Νυνάβε στεκόταν μπροστά στο τζάκι με το θύλακο της Εγκουέν στο ένα χέρι, τραβώντας την κοτσίδα της. Η Ηλαίην καθόταν στο τραπέζι και προσπαθούσε νευρικά να ανοίξει συζήτηση.