«Το Πράσινο Άτζα», είπε η χρυσόμαλλη γυναίκα, για εικοστή φορά από το μεσημέρι, όπως υπολόγιζε η Εγκουέν. «Μπορεί προσωπικά να επιλέξω το Πράσινο Άτζα, Εγκουέν. Τότε θα μπορώ να έχω τρεις-τέσσερις Προμάχους, ίσως και να παντρευτώ έναν. Ποιος μπορεί να είναι καλύτερος για Βασιλικό Σύζυγο από έναν Πρόμαχο; Εκτός από...» Η φωνή της έσβησε και τα μάγουλά της κοκκίνισαν.
Η Εγκουέν ένιωσε μια σουβλιά ζήλιας, κάτι που νόμιζε ότι είχε ξεπεράσει εδώ και καιρό, ανάμικτη με συμπάθεια. Φως μου, πώς μπορώ να νιώθω ζήλια, τη στιγμή που δεν μπορώ να κοιτάζω τον Γκάλαντ χωρίς να ανατριχιάσω και μαζί να νιώσω ότι λιώνω; Ο Ραντ ήταν δικός μου, αλλά όχι πια. Μακάρι να μπορούσα να σου τον δώσω, Ηλαίην, αλλά νομίζω πως δεν προορίζεται για κάποια από εμάς. Μπορεί να είναι όλα ωραία και καλά, αν η Κόρη-Διάδοχος παντρευτεί έναν απλό θνητό, αρκεί να είναι Αντοριανός, αλλά όχι και να παντρευτεί τον Αναγεννημένο Δράκοντα. Άφησε τις κάλτσες της να πέσουν στο πάτωμα και σκέφτηκε ότι εκείνη τη νύχτα θα είχε με πιο σημαντικά πράγματα να ασχοληθεί από την τάξη. «Είμαι έτοιμη, Νυνάβε».
Η Νυνάβε της έδωσε το θύλακο και μια μακριά, λεπτή λωρίδα από δέρμα. «Ίσως να δουλεύει για περισσότερα από ένα άτομα ταυτόχρονα. Ίσως να μπορούσα... να έρθω μαζί σου».
Η Εγκουέν άφησε το πέτρινο δαχτυλίδι να πέσει στην παλάμη της, πέρασε από μέσα την πέτσινη λωρίδα και μετά την έδεσε γύρω από το λαιμό της. Οι φλέβες και οι πιτσιλάδες από γαλάζιο, καφέ και κόκκινο έμοιαζαν πιο έντονες τώρα, με φόντο τη λευκή πουκαμίσα της. «Και θα άφηνες την Ηλαίην να μας προσέχει και τις δύο μόνη της; Ενώ το Μαύρο Άτζα ίσως ξέρει για εμάς;»
«Μπορώ να το κάνω», είπε σθεναρά η Ηλαίην. «Ή μπορείς να με αφήσεις να έρθω μαζί σου και να μας φυλάει η Νυνάβε. Είναι η πιο δυνατή απ’ όλες μας όταν είναι θυμωμένη και, αν χρειαστούμε φρουρό, να είσαι σίγουρη ότι θα θυμώσει».
Η Εγκουέν κούνησε το κεφάλι. «Κι αν δεν δουλεύει για δύο; Αν δοκιμάζοντας οι δύο, το κάνουμε να μη δουλέψει καθόλου; Δεν θα μπορέσουμε να το μάθουμε αυτό πριν ξυπνήσουμε και θα σπαταλήσουμε μια νύχτα. Δεν μπορούμε να χάσουμε ούτε μία. Ήδη είμαστε πολύ πίσω τους». Τούτα ήταν βάσιμα επιχειρήματα και τα πίστευε, αλλά υπήρχε κι άλλο ένα, πιο κοντά στην καρδιά της. «Εκτός αυτού, θα νιώθω καλύτερα ξέροντας ότι με παρακολουθείτε και οι δύο, σε περίπτωση...»
Δεν ήθελε να το πει. Σε περίπτωση που ερχόταν κάποιος, ενώ αυτή θα κοιμόταν. Οι Φαιοί Άνθρωποι. Το Μαύρο Άτζα. Κάποιος απ’ αυτούς που είχαν μετατρέψει το Λευκό Πύργο από ασφαλές λιμάνι σε σκοτεινό δάσος, γεμάτο λάκκους και δόκανα. Σε περίπτωση που ερχόταν κάτι, ενώ αυτή θα ήταν ξαπλωμένη εκεί, ανήμπορη. Τα πρόσωπά τους έδειχναν ότι την καταλάβαιναν.
Καθώς ξάπλωνε στο κρεβάτι και έβαζε ένα πουπουλένιο μαξιλάρι κάτω από το κεφάλι της, η Ηλαίην μετακίνησε τις καρέκλες, βάζοντας τες δεξιά κι αριστερά του κρεβατιού. Η Νυνάβε έσβησε ένα-ένα τα κεριά και μετά, στο σκοτάδι, κάθισε στη μια καρέκλα. Η Ηλαίην πήρε την άλλη.
Η Εγκουέν έκλεισε τα μάτια και προσπάθησε να σκεφτεί πράγματα που θα την έκαναν να νυστάξει, αλλά ένιωθε έντονη την παρουσία του πράγματος που βρισκόταν ανάμεσα στα στήθη της. Το αισθανόταν πιο έντονα απ’ τους πόνους μετά την επίσκεψη της στο μελετητήριο της Σέριαμ. Το δαχτυλίδι έμοιαζε βαρύ τώρα, σαν τούβλο και οι εικόνες της πατρίδας της, με τις ήσυχες λιμνούλες, χάθηκαν μπροστά στη σκέψη του. Για τον Τελ’αράν’ριοντ. Τον Αθέατο Κόσμο. Τον Κόσμο των Ονείρων. Που περίμενε στην άλλη πλευρά του ύπνου.
Η Νυνάβε άρχιζε να μουρμουρίζει, να τραγουδά χαμηλόφωνα. Η Εγκουέν αναγνώρισε έναν ανώνυμο σκοπό, δίχως λέξεις, που της σιγοτραγουδούσε η μητέρα της όταν ήταν μικρή. Όταν ξάπλωνε στο κρεβάτι, στο δωμάτιό της, με ένα αφράτο μαξιλάρι, ζεστές κουβέρτες και τις ανάμικτες μυρωδιές του ροδέλαιου και του φούρνου της μητέρας της και... Ραντ, είσαι καλά; Πέριν; Ποια ήταν; Ο ύπνος έφτασε.
Στεκόταν ανάμεσα σε κυματιστούς λόφους, στολισμένους με αγριολούλουδα και αραιά άλση από πυκνόφυλλα δέντρα στις κορυφές και τα βυθίσματά τους. Πεταλούδες πετούσαν πάνω από τα μπουμπούκια και δύο κορυδαλλοί κελαηδούσαν ο ένας στον άλλο εκεί κοντά. Μερικά αφράτα, λευκά σύννεφα έπλεαν στον απαλό, γαλανό ουρανό και η αύρα είχε εκείνη την ντελικάτη ισορροπία ανάμεσα στο κρύο και τη ζέστη, που εμφανιζόταν μόνο λίγες ξεχωριστές μέρες την άνοιξη. Ήταν μια μέρα τόσο τέλεια που αποκλείεται να ήταν οτιδήποτε άλλο παρά όνειρο.
Η Εγκουέν κοίταξε το φόρεμά της και γέλασε κατενθουσιασμένη. Ήταν ακριβώς η αγαπημένη της απόχρωση, από ουρανί μετάξι, με λευκές πινελιές κάτω από τη μέση —που άλλαξαν κι έγιναν πράσινες όταν κατσούφιασε για μια στιγμή― και κεντημένο με σειρές από μικρά μαργαριτάρια στα μανίκια και τον κόρφο. Σήκωσε το πόδι και είδε την άκρη ενός βελούδινου παπουτσιού. Η μόνη νότα παραφωνίας ήταν το στρεβλωμένο δαχτυλίδι από πολύχρωμη πέτρα, που κρεμόταν από το λαιμό της με ένα πέτσινο κορδόνι.