Πήρε το δαχτυλίδι στο χέρι και άφησε μια κοφτή κραυγή. Το ένιωθε ελαφρύ, σαν πούπουλο. Αν το πετούσε προς τα πάνω, ήταν σίγουρη ότι θα αιωρούνταν και θα έφευγε, σαν χνουδωτός σπόρος φυτού. Με κάποιον τρόπο, δεν το φοβόταν πλέον. Το έχωσε αμέσως στον κόρφο της, για να μην την εμποδίζει.
«Άρα, αυτός είναι ο Τελ’αράν’ριοντ της Βέριν», είπε. «Ο Κόσμος των Ονείρων της Κοριάνιν Νεντέαλ. Δεν μου φαίνεται επικίνδυνος». Αλλά η Βέριν είχε πει ότι ήταν επικίνδυνος. Η Εγκουέν δεν έβλεπε το λόγο που θα οδηγούσε μια Άες Σεντάι να πει ξεκάθαρο ψέμα, είτε ήταν του Μαύρου Άτζα, είτε όχι. Μπορεί να σφάλλει. Αλλά δεν το πίστευε αυτό για τη Βέριν.
Μόνο για να δει αν μπορούσε να το κάνει, ανοίχτηκε στη Μία Δύναμη. Το σαϊντάρ τη γέμισε. Ακόμα κι εδώ ήταν παρόν. Διαβίβασε ανάλαφρα τη ροή, την κατηύθυνε στην αύρα, κάνοντας τις πεταλούδες να στροβιλιστούν σε πολύχρωμες σπείρες, σε κύκλους που ενώνονταν με κύκλους.
Απότομα, το άφησε. Οι πεταλούδες ξαναγύρισαν στα δικά τους, αδιαφορώντας για τη σύντομη περιπέτειά τους. Οι Μυρντράαλ και κάποιοι άλλοι Σκιογέννητοι μπορούσαν να νιώσουν κάποια που διαβίβαζε τη Δύναμη. Κοιτάζοντας γύρω της, δεν μπορούσε να φανταστεί τέτοια πλάσματα σε αυτό το μέρος, αλλά το ότι δεν μπορούσε να τα φανταστεί δεν σήμαινε ότι δεν υπήρχαν εκεί. Και το Μαύρο Άτζα είχε όλα αυτά τα τερ’ανγκριάλ που είχε μελετήσει η Κοριάνιν Νεντέαλ. Ήταν μια ανησυχητική υπενθύμιση του λόγου που την είχε φέρει εδώ.
«Τουλάχιστον, ξέρω ότι μπορώ να διαβιβάσω», μουρμούρισε. «Δεν μαθαίνω τίποτα, έτσι που στέκομαι εδώ. Ίσως, αν κοιτάξω εδώ γύρω...» Έκανε ένα βήμα...
...και βρέθηκε στον υγρό, σκοτεινό διάδρομο ενός πανδοχείου. Ήταν κόρη πανδοχέα· ήταν βέβαιη πως ήταν πανδοχείο. Δεν ακουγόταν ο παραμικρός ήχος κι όλες οι πόρτες του διαδρόμου ήταν καλά κλεισμένες. Μόλις αναρωτήθηκε ποιος μπορεί να ήταν πίσω από την απλή, ξύλινη πόρτα μπροστά της, αυτή άνοιξε αθόρυβα.
Το δωμάτιο πίσω από την πόρτα ήταν γυμνό και ο παγωμένος άνεμος φυσούσε από τα ανοιχτά παράθυρα, τινάζοντας τις σβησμένες στάχτες στο τζάκι. Ένα μεγάλο σκυλί ήταν κουλουριασμένο στο πάτωμα, με την ουρά του, όλο μπλεγμένες τρίχες, να ακουμπά πάνω στη μύτη του, ξαπλωμένο ανάμεσα στην πόρτα και σε μια χοντρή κολώνα από άτεχνα πελεκημένη, μαύρη πέτρα, που ορθωνόταν στη μέση του δωματίου. Ένας μεγαλόσωμος νεαρός με ανακατωμένα μαλλιά καθόταν ακουμπισμένος στην κολώνα, φορώντας μόνο τα εσώρουχά του, με το κεφάλι γερμένο, σαν να κοιμόταν. Μια χοντρή, μαύρη αλυσίδα ήταν περασμένη γύρω από την κολώνα και τη μέση του. Ο νεαρός έσφιγγε τις άκρες της αλυσίδας στις γροθιές του. Μπορεί να κοιμόταν, μπορεί και όχι, αλλά οι φουσκωμένοι μύες του μοχθούσαν για να κρατήσουν την αλυσίδα τεντωμένη, για να τον φυλακίσουν στην κολώνα.
«Πέριν;» είπε η Εγκουέν με απορία. Μπήκε στο δωμάτιο. «Πέριν, τι έπαθες; Πέριν!» Το σκυλί ξεκουλουριάστηκε και σηκώθηκε.
Δεν ήταν σκυλί μα λύκος, γκριζόμαυρος, με χείλη τραβηγμένα, που έδειχναν τα γυαλιστερά, άσπρα δόντια του και κίτρινα μάτια, που την κοίταζαν όπως θα κοίταζαν ένα ποντίκι. Ένα ποντίκι που ήθελε να το φάει.
Η Εγκουέν έκανε ασυναίσθητα ένα βιαστικό βήμα πίσω, στο διάδρομο. «Πέριν! Ξύπνα! Λύκος!» Η Βέριν είχε πει ότι αυτά που συνέβαιναν εδώ ήταν αληθινά και είχε την ουλή για να το αποδείξει. Τα δόντια του λύκου ήταν μακριά, σαν μαχαίρια. «Πέριν, ξύπνα! Πες του ότι είμαι φίλη!» Αγκάλιασε το σαϊντάρ. Ο λύκος πλησίασε απειλητικά.
Ο Πέριν σήκωσε το κεφάλι, τα μάτια του άνοιξαν νυσταγμένα. Τώρα, δύο ζευγάρια κίτρινα μάτια την ατένιζαν. Ο λύκος ετοιμάστηκε. «Όχι, Άλτη!» φώναξε ο Πέριν. «Εγκουέν!»
Η πόρτα έκλεισε στα μούτρα της και την τύλιξε το απόλυτο σκοτάδι.
Δεν μπορούσε να δει, αλλά ένιωθε τον ιδρώτα να γεμίζει στάλες το μέτωπό της. Όχι από τη ζέστη. Φως μου, πού είμαι; Δεν μου αρέσει αυτό το μέρος. Θέλω να ξυπνήσω!
Ακούστηκε ένας απαλός ρόγχος και η Εγκουέν τινάχτηκε, πριν καταλάβει ότι ήταν ακρίδα. Ένας βάτραχος άφησε το μπάσο κρώξιμό του στο σκοτάδι και του απάντησε μια χορωδία ομοίων του. Καθώς τα μάτια της προσαρμόζονταν στο σκοτάδι, διέκρινε αμυδρά κάποια δέντρα ολόγυρά της. Σύννεφα έκρυβαν τα άστρα και το φεγγάρι ήταν μια λεπτή φέτα.
Στα δεξιά της, μέσα στο δάσος, υπήρχε άλλη μια λάμψη, που τρεμόπαιζε. Φωτιά αναμμένη από κάποιους για τη νύχτα.