Πριν σαλέψει, το συλλογίστηκε μια στιγμή. Πριν, είχε εκφράσει την επιθυμία να ξυπνήσει, αλλά αυτό δεν είχε αρκέσει για να την πάρει από τον Τελ’αράν’ριοντ και ακόμα δεν είχε βρει τίποτα χρήσιμο. Εξάλλου, δεν την είχε πειράξει τίποτα. Ακόμα, σκέφτηκε τρέμοντας. Αλλά δεν είχε ιδέα ποιοι —ή τι― ήταν σε αυτή τη φωτιά. Μπορεί να είναι Μυρντράαλ. Εκτός αυτού, δεν είμαι ντυμένη για να τρέχω στο δάσος. Αυτή η τελευταία σκέψη τη βοήθησε να αποφασίσει· καμάρωνε, επειδή ήξερε πότε φερόταν ανόητα.
Πήρε μια βαθιά ανάσα, μάζεψε τα μεταξωτά φουστάνια της και πλησίασε με προσοχή. Μπορεί να μην ήξερε για το δάσος όσα η Νυνάβε, αλλά ήξερε να αποφεύγει τα ξερά κλαριά. Στο τέλος, έφτασε και κρυφοκοίταξε τη φωτιά από τον κορμό μιας γέρικης βαλανιδιάς.
Μονάχα ένας ψηλός νεαρός ήταν εκεί, που καθόταν και ατένιζε τις φλόγες. Ο Ραντ. Αυτές οι φλόγες δεν έκαιγαν ξύλο. Δεν έκαιγαν τίποτα, απ’ όσο μπορούσε να διακρίνει. Η φωτιά χόρευε πάνω από ένα άδειο σημείο του εδάφους. Της φαινόταν ότι ούτε καν έκαιγε το χώμα.
Πριν προλάβει να σαλέψει, ο Ραντ ύψωσε το κεφάλι. Η Εγκουέν ξαφνιάστηκε βλέποντάς τον να καπνίζει μια πίπα, απ’ όπου υψωνόταν στον αέρα μια λεπτή τολύπη καπνού ταμπάκ. Φαινόταν κουρασμένος, κατάκοπος.
«Ποιος είναι εκεί;» ζήτησε να μάθει με δυνατή φωνή. «Έκανες τόση φασαρία στα φύλλα που ξυπνάς και νεκρούς. Για φανερώσου, λοιπόν».
Η Εγκουέν έσφιξε τα χείλη και βγήκε από την κρυψώνα της. Δεν έκανα φασαρία! «Εγώ είμαι, Ραντ. Μη φοβάσαι. Είναι όνειρο. Πρέπει να είμαι στα όνειρά σου».
Ο Ραντ σηκώθηκε όρθιος τόσο ξαφνικά, που η Εγκουέν μαρμάρωσε. Κατά κάποιον τρόπο φαινόταν μεγαλύτερος απ’ όσο τον θυμόταν. Και λίγο επικίνδυνος. Ίσως παραπάνω από λίγο. Τα γκριζογάλανα μάτια του έμοιαζαν να καίνε σαν παγωμένη φωτιά.
«Λες να μην ξέρω ότι είναι όνειρο;» είπε χλευαστικά. «Ξέρω ότι αυτό δεν το κάνει λιγότερο πραγματικό». Κοίταξε θυμωμένα το σκοτάδι, σαν να έψαχνε κάποιον. «Πόσο ακόμα θα προσπαθείς;» φώναξε στη νύχτα. «Πόσα πρόσωπα θα στείλεις; Η μητέρα μου, ο πατέρας μου, τώρα αυτή! Οι όμορφες κοπέλες δεν με βάζουν στον πειρασμό με ένα φιλί, ούτε ακόμα και κάποια που ξέρω! Σε απαρνούμαι, Πατέρα του Ψεύδους! Σε απαρνούμαι!»
«Ραντ», του είπε διστακτικά. «Η Εγκουέν είμαι. Η Εγκουέν».
Ξαφνικά, από το τίποτα, εμφανίστηκε ένα σπαθί στα χέρια του. Η λεπίδα του ήταν σμιλεμένη έτσι ώστε να έχει το σχήμα μιας φλόγας, κάπως κυρτή, με έναν ερωδιό χαραγμένο πάνω της. «Η μητέρα μου μου έδωσε μελόπιτα», είπε με πνιχτή φωνή, «που έζεχνε φαρμάκι. Ο πατέρας μου είχε ένα μαχαίρι για τα πλευρά μου. Εκείνη... εκείνη μου πρόσφερε φιλιά και άλλα». Το πρόσωπό του γυάλιζε από τον ιδρώτα· το βλέμμα του έμοιαζε ικανό να της βάλει φωτιά. «Τι έφερες;»
«Θα ακούσεις τι έχω να πω, Ραντ αλ’Θορ, ακόμα κι αν χρειαστεί να κάτσω πάνω σου». Μάζεψε το σαϊντάρ και διαβίβασε τις ροές, για να κάνει τον αέρα να τον κρατήσει σε ένα δίχτυ.
Το σπαθί στριφογύρισε στα χέρια του, βρυχούμενο σαν ανοιχτός κλίβανος.
Η Εγκουέν μούγκρισε και παραπάτησε· ένιωσε λες κι ένα σχοινί είχε παρατεντωθεί και, σπάζοντας, την είχε χτυπήσει.
Ο Ραντ γέλασε. «Βλέπεις, μαθαίνω. Όταν πετυχαίνει...» Έκανε μια γκριμάτσα και προχώρησε προς το μέρος της. «Θα μπορούσα να αντέξω οποιοδήποτε πρόσωπο, εκτός από αυτό. Όχι το δικό της πρόσωπο, που να καείς!» Το σπαθί άστραψε.
Η Εγκουέν το έβαλε στα πόδια.
Δεν ήξερε τι είχε κάνει, πώς το είχε κάνει, αλλά είχε ξαναβρεθεί στους κυματιστούς λόφους, κάτω από τον καθαρό ουρανό, με τους κορυδαλλούς να κελαηδούν και τις πεταλούδες να παιχνιδίζουν. Πήρε μια βαθιά, τρεμάμενη ανάσα.
Έμαθα... Τι; Ότι ο Σκοτεινός ακόμα κυνηγά τον Ραντ; Αυτό ήδη το ήξερα. Ότι, ίσως, ο Σκοτεινός θέλει να τον σκοτώσει; Αυτό είναι διαφορετικό. Εκτός, ίσως, αν τρελάθηκε κιόλας και δεν ξέρει τι λέει. Φως μου, γιατί δεν μπορούσα να τον βοηθήσω; Αχ, Φως μου, Ραντ!
Πήρε άλλη μια βαθιά ανάσα για να βρει την ψυχραιμία της. «Ο μόνος τρόπος για να τον βοηθήσω, είναι το ειρήνεμα», μουρμούρισε. «Τι αυτό, τι να τον σκοτώσω». Το στομάχι της ανακατεύτηκε. «Ποτέ δεν θα το κάνω. Ποτέ!»
Ένα κοκκινοπούλι είχε κουρνιάσει σε μια μουριά εκεί κοντά και το λοφίο ανεβοκατέβαινε, καθώς σήκωνε το κεφάλι για να την κοιτάξει επιφυλακτικό. Η Εγκουέν του μίλησε. «Δεν βγάζω τίποτα έτσι που στέκομαι εδώ, μιλώντας μόνη μου, έτσι δεν είναι; Ή μιλώντας σε σένα».
Το κοκκινοπούλι το έσκασε όταν έκανε να πλησιάσει τη μουριά. Στο δεύτερο βήμα της έβλεπε ακόμα μια πορφυρή αστραπή και στο τρίτο είχε χαθεί σε ένα αλούλλιο.
Η Εγκουέν στάθηκε και ψάρεψε το πέτρινο δαχτυλίδι από τον κόρφο της. Γιατί το δαχτυλίδι δεν άλλαζε; Τα πάντα, μέχρι τώρα, άλλαζαν τόσο γοργά, που δεν προλάβαινε ούτε να ξελαχανιάσει. Γιατί όχι τώρα; Εκτός αν υπήρχε κάποια απάντηση ακριβώς εδώ. Κοίταξε αβέβαια ολόγυρά της. Τα αγριολούλουδα την κορόιδευαν και το κελάηδισμα των κορυδαλλών τη χλεύαζε. Το μέρος έμοιαζε να είναι φτιαγμένο από την ίδια.