Выбрать главу

Αποφασισμένη, έσφιξε το τερ’ανγκριάλ. «Πήγαινέ με εκεί που πρέπει να πάω». Έκλεισε τα μάτια και συγκεντρώθηκε στο δαχτυλίδι. Στο κάτω-κάτω, ήταν πέτρινο· η Γη θα της έδινε κάποια αίσθηση γι’ αυτό. «Κάνε το. Πήγαινέ με εκεί που πρέπει να πάω». Αγκάλιασε το σαϊντάρ ακόμα μια φορά, έστειλε ένα ποταμάκι της Μίας Δύναμης στο δαχτυλίδι. Ήξερε ότι δεν χρειαζόταν να κατευθύνει εκεί τη ροή της Δύναμης για να δουλέψει και δεν προσπάθησε να κάνει τίποτα στο δαχτυλίδι. Μόνο να του δώσει κι άλλη Δύναμη, για να τη χρησιμοποιήσει. «Πήγαινέ με εκεί που θα μπορέσω να βρω μια απάντηση. Πρέπει να μάθω τι ζητά το Μαύρο Άτζα. Πήγαινέ με στην απάντηση».

«Βρήκες, επιτέλους, το δρόμο, παιδί μου. Από απαντήσεις άλλο τίποτα εδώ πέρα».

Η Εγκουέν άνοιξε απότομα τα μάτια. Στεκόταν σε μια μεγάλη αίθουσα με μια πελώρια θολωτή στέγη, που τη στήριζε ένα δάσος από ογκώδεις κολώνες από κοκκινόπετρα. Και στον αέρα κρεμόταν ένα σπαθί από κρύσταλλο, που λαμπύριζε και αστραφτοβολούσε καθώς περιστρεφόταν αργά. Δεν ήταν βέβαιη, αλλά της φάνηκε ότι ήταν το σπαθί που προσπαθούσε να πιάσει ο Ραντ σε εκείνο το όνειρο. Το άλλο όνειρο. Τα πάντα εδώ έμοιαζαν τόσο αληθινά, που έπρεπε να θυμίζει συνεχώς στον εαυτό της ότι κι αυτό ήταν, επίσης, όνειρο.

Μια ηλικιωμένη γυναίκα βγήκε από τις σκιές που έριχναν οι κολώνες, καμπουριασμένη, χωλαίνοντας, με ένα ραβδί. Η λέξη «άσχημη» θα την κολάκευε. Είχε κοκαλιάρικο, μυτερό πηγούνι, μια μύτη ακόμα πιο κοκαλιάρικη και αιχμηρή και φαινόταν να έχει περισσότερα σπυριά στο πρόσωπο παρά σάρκα.

«Ποια είσαι;» είπε η Εγκουέν. Οι μόνοι άνθρωποι που είχε δει ως τώρα στον Τελ’αράν’ριοντ ήταν εκείνοι τους οποίους ήδη γνώριζε, αλλά δεν πίστευε ότι θα ξεχνούσε ποτέ αυτή την καημένη τη γριούλα.

«Ποια άλλη, η καημένη η γρια-Σιλβί είμαι, αρχόντισσά μου», κακάρισε η ηλικιωμένη. Ταυτοχρόνως, λύγισε το κορμί της με μια κίνηση, που μπορεί να ήταν απόπειρα υπόκλισης, μπορεί και φόβος. «Την ξέρεις την καημένη τη γρια-Σιλβί, αρχόντισσά μου. Τόσα χρόνια υπηρετεί πιστά την οικογένειά σου. Μήπως σε τρομάζει αυτό το γέρικο πρόσωπο; Μη νοιάζεσαι, αρχόντισσά μου. Κάνει τη δουλειά του, όταν το χρειάζομαι, το ίδιο καλά με ένα ομορφότερο».

«Βέβαια, την κάνει», είπε η Εγκουέν. «Είναι δυνατό πρόσωπο. Καλό πρόσωπο». Ευχήθηκε να την πίστευε η άλλη γυναίκα. Όποια κι αν ήταν αυτή η Σιλβί, πίστευε ότι ήξερε την Εγκουέν. Ίσως να ήξερε και τις απαντήσεις. «Σιλβί, είπες ότι εδώ βρίσκονται απαντήσεις».

«Α, ναι, ήρθες στο κατάλληλο μέρος για απαντήσεις, αρχόντισσά μου. Η Καρδιά της Πέτρας είναι γεμάτη απαντήσεις. Και μυστικά. Οι Υψηλοί Άρχοντες δεν θα χαίρονταν, αν μας έβλεπαν εδώ, αρχόντισσά μου. Καθόλου μα καθόλου. Μονάχα οι Υψηλοί Άρχοντες μπαίνουν εδώ και κανένας άλλος. Και οι υπηρέτες, φυσικά». Άφησε ένα πονηρό, στριγκά γέλιο. «Οι Υψηλοί Άρχοντες ούτε σκουπίζουν, ούτε σφουγγαρίζουν. Μα ποιος ρίχνει δεύτερη ματιά στους υπηρέτες;»

«Τι είδους μυστικά;»

Αλλά η Σιλβί πλησίαζε κουτσαίνοντας το κρυστάλλινο σπαθί. «Πλεκτάνες», είπε, σαν να μονολογούσε. «Όλοι προσποιούνται ότι υπηρετούν τον Μέγα Άρχοντα και, στο μεταξύ, κάνουν πλεκτάνες και σχέδια για να ανακτήσουν αυτά που έχασαν. Καθένας τους νομίζει ότι είναι ο μόνος που μηχανορραφεί. Ο Ισαμαήλ είναι βλάκας!»

«Τι;» είπε κοφτά η Εγκουέν. «Τι είπες για τον Ισαμαήλ;»

Η γριά στράφηκε προς το μέρος της, αποκαλύπτοντας ένα στραβό, δουλικό χαμόγελο. «Να, κάτι που το λένε οι γέροι, αρχόντισσά μου. Όταν λες βλάκα έναν Αποδιωγμένο, τότε χάνει τη δύναμή του. Νιώθεις ωραία, ασφαλής. Ακόμα και η Σκιά δεν αντέχει να τη λες βλάκα. Δοκίμασέ το, αρχόντισσά μου. Πες, ο Μπα’άλζαμον είναι βλάκας!»

Τα χείλη της Εγκουέν τρεμόπαιξαν, έτοιμα να χαμογελάσουν. «Ο Μπα’άλζαμον είναι βλάκας! Έχεις δίκιο, Σιλβί». Πράγματι ένιωθε ωραία που γελούσε με τον Σκοτεινό. Η ηλικιωμένη χαχάνιζε. Το σπαθί περιστρεφόταν λίγο πιο πέρα από τον ώμο της. «Σιλβί, τι είναι αυτό;»

«Το Καλαντόρ, αρχόντισσά μου. Δεν το ήξερες; Το Ανέγγιχτο Σπαθί». Ξαφνικά, διέγραψε μια καμπύλη με το ραβδί της, προς τα πίσω· μισό μέτρο πριν από το σπαθί, το ραβδί σταμάτησε με ένα πνιχτό κρακ και αναπήδησε. Η Σιλβί χαμογέλασε ακόμα πιο πλατιά. «Το Σπαθί Που Δεν Είναι Σπαθί, αν και είναι λίγοι αυτοί που ξέρουν τι είναι. Μα κανείς δεν μπορεί να το αγγίξει, εκτός από έναν. Έτσι όρισαν αυτοί που το έβαλαν εδώ. Ο Αναγεννημένος Δράκοντας μια μέρα θα κρατήσει το Καλαντόρ και έτσι θα δώσει απόδειξη στον κόσμο ότι είναι ο Δράκοντας. Την πρώτη απόδειξη, εν πάση περιπτώσει. Ότι ο Λουζ Θέριν ξαναγύρισε, για να τον δει ολόκληρος ο κόσμος και να συρθεί εμπρός του. Βέβαια, στους Υψηλούς Άρχοντες δεν αρέσει να το έχουν εδώ. Δεν θέλουν την παραμικρή σχέση με τη Δύναμη. Θα το ξεφορτώνονταν, αν μπορούσαν. Αν μπορούσαν. Φαντάζομαι πως και κάποιοι άλλοι θα το έπαιρναν, αν μπορούσαν. Και τι δεν θα έδινε ένας Αποδιωγμένος για να κρατήσει το Καλαντόρ...»