Η Εγκουέν είχε το βλέμμα στο λαμπυρίζον σπαθί. Αν ήταν αληθινές οι Προφητείες του Δράκοντα, αν ο Ραντ ήταν ο Δράκοντας, όπως υποστήριζε η Μουαραίν, κάποια μέρα θα το κράδαινε, παρ’ όλο που η Εγκουέν, από τα υπόλοιπα που ήξερε για τις Προφητείες που αφορούσαν το Καλαντόρ, δεν έβλεπε πώς μπορεί να γινόταν αυτό. Αλλά, αν υπάρχει τρόπος να το πάρει, ίσως το Μαύρο Άτζα ζέρει πώς. Αν το ξέρουν αυτές, μπορεί να το βρω κι εγώ.
Επιφυλακτικά, απλώθηκε με τη Δύναμη, εξετάζοντας αυτό που κρατούσε και θωράκιζε το σπαθί. Αγγιξε... κάτι... και σταμάτησε. Ένιωθε ποιες από τις Πέντε Δυνάμεις είχαν χρησιμοποιηθεί. Αέρας, Φωτιά και Πνεύμα. Εντόπισε τον περίπλοκο ιστό που σχημάτιζε το σαϊντάρ, δεμένο με μια ισχύ που την κατέπληξε. Υπήρχαν κενά σε αυτό τον ιστό, διαστήματα απ’ όπου, κανονικά, θα μπορούσε να περάσει. Όταν προσπάθησε, ήταν σαν να ορμούσε κατά μέτωπο στο ισχυρότερο τμήμα του ιστού. Τότε της ήρθε απότομα στο νου τι ήταν αυτό μέσα από το οποίο προσπαθούσε να περάσει και σταμάτησε. Το μισό απ’ αυτό το τείχος είχε υφανθεί με τη χρήση του σαϊντάρ· το άλλο μισό, το τμήμα που δεν μπορούσε ούτε να το νιώσει, ούτε να το αγγίξει, είχε φτιαχτεί με το σαϊντίν. Δεν ήταν ακριβώς έτσι ―το τείχος ήταν μονοκόμματο― αλλά πάνω-κάτω αυτό ήταν. Ο πέτρινος τοίχος σταματά όχι μόνο την τυφλή, αλλά κι αυτήν που βλέπει.
Στο βάθος ακούστηκαν βήματα. Μπότες.
Η Εγκουέν δεν καταλάβαινε πόσοι ήταν, ή από ποια κατεύθυνση έρχονταν, αλλά η Σιλβί τινάχτηκε και αμέσως κοίταξε ανάμεσα από τις κολώνες. «Έρχεται να το ξανακοιτάξει», μουρμούρισε. «Ξυπνητός ή κοιμισμένος, θέλει...» Ξαναθυμήθηκε την Εγκουέν και χαμογέλασε ανήσυχα. «Πρέπει να φύγεις τώρα, αρχόντισσά μου. Δεν πρέπει να σε βρει εδώ, ούτε να μάθει ότι ήρθες».
Η Εγκουέν ήδη οπισθοχωρούσε ανάμεσα στις κολώνες και η Σιλβί την ακολούθησε, κουνώντας τα χέρια και ανεμίζοντας το ραβδί της. «Φεύγω, Σιλβί. Μόνο να θυμηθώ το δρόμο». Άγγιξε το πέτρινο δαχτυλίδι. «Πήγαινέ με ξανά στους λόφους». Δεν έγινε τίποτα. Διαβίβασε μια πολύ λεπτή ροή στο δαχτυλίδι. «Πήγαινέ με ξανά στους λόφους». Οι κολώνες από κοκκινόπετρα ακόμα ήταν γύρω της. Οι μπότες πλησίαζαν κι ήταν, πλέον, τόσο κοντά, που τα βήματα δεν μπλέκονταν με τον αντίλαλό τους.
«Δεν ξέρεις ποια είναι η έξοδος», είπε ανέκφραστα η Σιλβί και μετά συνέχισε, σχεδόν ψιθυρίζοντας, δουλικά και περιπαιχτικά μαζί, σαν παλιά υπηρέτρια, που ένιωθε ότι είχε το ελεύθερο. «Αχ, αρχόντισσά μου, είναι επικίνδυνο να έρχεσαι σε τέτοιο μέρος, αν δεν ξέρεις πώς να βγεις. Έλα, θα σε βγάλει η καημένη η γρια-Σιλβί. Η καημένη η γρια-Σιλβί θα σου στρώσει και θα σε κοιμίσει ασφαλή στο κρεβατάκι σου, αρχόντισσά μου». Αγκάλιασε την Εγκουέν και με τα δύο χέρια, απομακρύνοντάς την κι άλλο από το σπαθί. Όχι ότι η Εγκουέν χρειαζόταν παρακάλια. Οι μπότες είχαν σταματήσει· όποιος κι αν ήταν, μάλλον ατένιζε το Καλαντόρ.
«Απλώς δείξε μου το δρόμο», απάντησε ψιθυριστά η Εγκουέν. «Ή πες μου. Δεν χρειάζεται να με σπρώχνεις». Τα δάχτυλα της ηλικιωμένης, με κάποιον τρόπο, είχαν πλεχτεί γύρω από το πέτρινο δαχτυλίδι. «Μην το αγγίζεις αυτό, Σιλβί».
Ο πόνος σύντριψε τον κόσμο.
Με ένα ουρλιαχτό, που έγδερνε το λαρύγγι της, η Εγκουέν ανακάθισε στο σκοτάδι, με τον ιδρώτα να κυλά στο πρόσωπό της. Για μια στιγμή, δεν είχε ιδέα πού βρισκόταν και δεν την ένοιαζε. «Ωχ, Φως μου», βόγκηξε, «αυτό πόνεσε. Ωχ, Φως μου, αυτό πόνεσε!» Ψηλάφισε το κορμί της, βέβαιη ότι το δέρμα της θα ήταν καρβουνιασμένο, ή πληγωμένο, για να νιώθει τέτοιο κάψιμο, αλλά δεν βρήκε ούτε ένα σημάδι.
«Εδώ είμαστε», ακούστηκε η φωνή της Νυνάβε από το σκοτάδι. «Εδώ είμαστε, Εγκουέν».
Η Εγκουέν όρμησε στη φωνή και αγκάλιασε τη Νυνάβε από το λαιμό με άκρατη ανακούφιση. «Αχ, Φως μου, γύρισα. Φως μου, γύρισα».
«Ηλαίην», είπε η Νυνάβε.
Σε λίγες στιγμές, ένα κερί έριξε το μικρό φως του. Η Ηλαίην κοντοστάθηκε, με το ένα χέρι να κρατά το κερί και με το άλλο το φυτίλι, το οποίο είχε ανάψει με τσακμακόπετρα και ατσάλι. Ύστερα χαμογέλασε και όλα τα κεριά του δωματίου τίναξαν φλόγες. Σταμάτησε στη λεκάνη του νιπτήρα και γύρισε στο κρεβάτι με ένα δροσερό, υγρό πανί για να πλύνει το πρόσωπο της Εγκουέν.