«Ήταν άσχημο;» ρώτησε ανήσυχα. «Δεν σάλεψες καθόλου. Ούτε μουρμούρισες κάτι. Δεν ξέραμε αν έπρεπε να σε ξυπνήσουμε ή όχι».
Η Εγκουέν έπιασε βιαστικά το πέτσινο κορδόνι από το λαιμό της και το πέταξε, μαζί με το πέτρινο δαχτυλίδι, στην άλλη άκρη του δωματίου. «Την άλλη φορά», είπε λαχανιασμένα» «θα κανονίσουμε την ώρα που θα με ξυπνήσετε. Θα με ξυπνήσετε, ακόμα κι αν χρειαστεί να μου χώσετε το κεφάλι σε έναν κουβά νερό!» Δεν είχε συνειδητοποιήσει ότι είχε αποφασίσει πως θα υπήρχε και επόμενη φορά. Θα έβαζες το κεφάλι στο στόμα της αρκούδας, μόνο και μόνο για να δείξεις ότι δεν φοβάσαι; Θα το έκανες και δεύτερη φορά, επειδή την πρώτη φορά δεν είχες πεθάνει;
Αλλά το θέμα δεν ήταν μόνο να αποδείξει στον εαυτό της ότι δεν φοβόταν. Φοβόταν και το ήξερε. Αλλά όσο το Μαύρο Άτζα είχε τα τερ’ανγκριάλ που είχε μελετήσει η Κοριάνιν, έπρεπε να ξαναγυρίσει εκεί. Ήταν σίγουρη ότι στον Τελ’αράν’ριοντ θα έβρισκαν την απάντηση, το λόγο που τα ήθελαν. Αν μπορούσε εκεί να βρει απαντήσεις για το Μαύρο Άτζα —ίσως κι άλλες απαντήσεις, αν ήταν αληθινά έστω και τα μισά απ’ όσα της είχαν πει για το Ονείρεμα — τότε έπρεπε να ξαναγυρίσει. «Αλλά όχι απόψε», είπε μαλακά. «Όχι ακόμα».
«Τι έγινε;» ρώτησε η Νυνάβε. «Τι... ονειρεύτηκες;»
Η Εγκουέν ξάπλωσε στο κρεβάτι και τους τα διηγήθηκε. Απ’ όλα, το μόνο που παρέλειψε ήταν ότι ο Πέριν μιλούσε στο λύκο. Παρέλειψε εντελώς το λύκο. Ένιωσε κάπως ένοχη που κρατούσε μυστικά από την Ηλαίην και τη Νυνάβε, αλλά αυτό το μυστικό ήταν του Πέριν κι αυτός θα διάλεγε αν θα το έλεγε και πότε, όχι αυτή. Τα υπόλοιπα τα αφηγήθηκε λέξη προς λέξη, περιγράφοντας τα πάντα. Όταν τελείωσε, ένιωσε άδεια.
«Εκτός από την κούραση», είπε η Ηλαίην, «μήπως φαινόταν τραυματισμένος; Εγκουέν, δεν πιστεύω ότι θα σου έκανε ποτέ κακό. Δεν μπορώ να πιστέψω ότι θα έκανε τέτοιο πράγμα».
«Ο Ραντ», είπε ξερά η Νυνάβε, «θα πρέπει να τα βγάλει πέρα μόνος του ακόμα λίγο καιρό». Η Ηλαίην κοκκίνισε· φαινόταν ωραία όταν κοκκίνιζε. Η Εγκουέν συνειδητοποίησε ότι η Ηλαίην φαινόταν ωραία ό,τι κι αν έκανε, είτε έκλαιγε, είτε έπλενε κατσαρόλες. «Το Καλαντόρ», συνέχισε η Νυνάβε. «Η Καρδιά της Πέτρας. Ήταν σημειωμένη στο σχέδιο. Νομίζω ότι ξέρουμε πού βρίσκεται το Μαύρο Άτζα».
Η Ηλαίην είχε ξαναβρεί την αυτοκυριαρχία της. «Δεν αλλάζει τίποτα στην παγίδα», είπε. «Αν δεν είναι αντιπερισπασμός, είναι παγίδα».
Η Νυνάβε χαμογέλασε σκοτεινά. «Ο καλύτερος τρόπος για να πιάσεις αυτόν που σου έβαλε την παγίδα, είναι να την κάνεις να κλείσει και να τον περιμένεις να έρθει».
«Εννοείς να πάμε στο Δάκρυ;» είπε η Εγκουέν και η Νυνάβε κατένευσε.
«Φαίνεται ότι η Άμερλιν μας άφησε στην τύχη μας. Εμείς αποφασίζουμε, το ξεχάσατε; Εδώ, το μόνο που μπορούμε να κάνουμε, είναι να βράζουμε στο ζουμί μας, να υποψιαζόμαστε τους πάντες και να αναρωτιόμαστε μήπως υπάρχει κι άλλος Φαιός Άνθρωπος εκεί έξω. Προτιμώ να είμαι το λαγωνικό, παρά ο λαγός».
«Πρέπει να γράψω στη μητέρα μου», είπε η Ηλαίην. Όταν είδε τις ματιές που της έριξαν, πήρε αμυντικό τόνο. «Ήδη εξαφανίστηκα μια φορά, χωρίς να ξέρει πού είμαι. Αν το ξανακάνω... Δεν ξέρετε τι νεύρα έχει η μητέρα. Μπορεί να στείλει τον Γκάρεθ Μπράυν και ολόκληρο το στρατό εναντίον της Ταρ Βάλον. Ή στο κατόπι μας».
«Μπορείς να μείνεις εδώ», είπε η Εγκουέν.
«Όχι. Δεν θα σας αφήσω να πάτε μονάχες. Και δεν θα μείνω εδώ, να αναρωτιέμαι μήπως η αδελφή που με διδάσκει είναι Σκοτεινόφιλη, ή μήπως ο επόμενος Φαιός Άνθρωπος θα κυνηγήσει εμένα». Γέλασε νευρικά. «Και δεν πρόκειται να κάνω αγγαρείες στις κουζίνες, ενώ εσείς οι δυο θα τρέχετε σε περιπέτειες. Απλώς πρέπει να πω στη μητέρα μου ότι έφυγα από το Λευκό Πύργο κατόπιν εντολών της Άμερλιν, για να μη γίνει έξω φρενών, αν ακούσει τίποτα φήμες. Δεν χρειάζεται να της πω πού πάμε, ή γιατί».
«Καλά θα κάνεις να μην το πεις», είπε η Νυνάβε. «Το πιθανότερο είναι ότι θα ερχόταν να σε βρει, αν ήξερε για το Μαύρο Άτζα. Πέρα από αυτό, δεν ξέρεις από πόσα χέρια θα περάσει το γράμμα σου πριν φτάσει και τι μάτια μπορεί να το διαβάσουν. Καλύτερα να μην πεις κάτι που να θα σε πείραζε, αν μαθευόταν».
«Να κάτι ακόμα». Η Ηλαίην αναστέναξε. «Η Άμερλιν δεν ξέρει ότι είμαι μια από σας. Πρέπει να βρω έναν τρόπο να το στείλω, χωρίς να υπάρξει η πιθανότητα να το δει».
«Θα πρέπει να το σκεφτώ». Τα φρύδια της Νυνάβε έσμιξαν, σχηματίζοντας βαθιές ζάρες. «Ίσως όπως θα φεύγουμε. Μπορείς να το αφήσεις στο Αρινγκίλ, όπως θα κατεβαίνουμε το ποτάμι, αν προλάβουμε εκεί να βρούμε κάποιον που να πηγαίνει στο Κάεμλυν. Ίσως κάποιος πειστεί, αν δει τα έγγραφα που μας έδωσε η Άμερλιν. Κι ας ελπίσουμε να είναι καπετάνιος με πλοίο, εκτός αν έχετε περισσότερα χρήματα από μένα». Η Ηλαίην κούνησε το κεφάλι με πένθιμο ύφος.