Выбрать главу

Η Εγκουέν δεν έκανε καν τον κόπο να απαντήσει. Τα χρήματα που διέθεταν είχαν τελειώσει στο ταξίδι της επιστροφής από το Τόμαν Χεντ, με εξαίρεση κάτι λίγα χάλκινα που είχε καθεμιά τους. «Πότε...» Έκανε παύση για να ξεροβήξει. «Πότε φεύγουμε; Απόψε;»

Η Νυνάβε έδειξε να το σκέφτεται για μια στιγμή, αλλά μετά κούνησε το κεφάλι. «Χρειάζεσαι ύπνο, μετά...» Έδειξε το πέτρινο δαχτυλίδι, εκεί που είχε πέσει αναπηδώντας στον τοίχο. «Θα δώσουμε άλλη μια ευκαιρία στην Άμερλιν να επικοινωνήσει μαζί μας. Όταν τελειώσουμε με το πρόγευμα, ετοιμάστε τι θέλετε να πάρετε μαζί σας, αλλά να είναι ελαφριά τα μπαγκάζια σας. Μην ξεχνάτε ότι θα πρέπει να φύγουμε από το Λευκό Πύργο δίχως να μας προσέξει κανείς. Αν η Άμερλιν δεν μας στείλει μήνυμα ως το μεσημέρι, τότε, πριν χτυπήσει η Πρώτη Ώρα, θέλω να είμαστε σε κάποιο εμπορικό πλοίο, ακόμα κι αν χρειαστεί να χώσουμε αυτό το χαρτί στο λαιμό του καπετάνιου. Πώς σας φαίνεται το σχέδιο;»

«Μια χαρά», είπε αποφασισμένα η Ηλαίην και η Εγκουέν πρόσθεσε: «Είτε απόψε, είτε αύριο, όσο νωρίτερα τόσο το καλύτερο, κατά τη γνώμη μου». Ευχήθηκε να είχε την αυτοπεποίθηση της Ηλαίην.

«Τότε, ας κοιμηθούμε λίγο».

«Νυνάβε», είπε η Εγκουέν με αδύναμη φωνή, «δεν... δεν θέλω να μείνω μόνη απόψε». Ήταν οδυνηρό που το παραδεχόταν.

«Ούτε κι εγώ», είπε η Ηλαίην. «Όλο σκέφτομαι τους Άψυχους. Δεν ξέρω γιατί, αλλά με φοβίζουν πιο πολύ από το Μαύρο Άτζα».

«Μου φαίνεται», είπε αργά η Νυνάβε, «ότι ούτε κι εγώ θέλω να μείνω μόνη». Κοίταξε το κρεβάτι όπου ήταν ξαπλωμένη η Εγκουέν. «Αυτό φαίνεται αρκετό για τρεις, αν δεν απλωθούμε πολύ».

Αργότερα, καθώς στριφογυρνούσαν προσπαθώντας να βρουν μια στάση που να μην τις στριμώχνει πολύ, η Νυνάβε ξαφνικά γέλασε.

«Τι είναι;» ρώτησε η Εγκουέν. «Δεν γαργαλιέσαι έτσι εύκολα».

«Μόλις σκέφτηκα κάποιον που θα χαρεί να μεταφέρει το γράμμα της Ηλαίην. Που θα χαρεί να φύγει από την Ταρ Βάλον, επίσης. Βάζω στοίχημα γι’ αυτό».

28

Μια Διέξοδος

Φορώντας μονάχα το φαρδύ παντελόνι του, ο Ματ μόλις τελείωνε το κολατσιό του μετά το πρόγευμα —λίγο χοιρομέρι, τρία μήλα, ψωμί και βούτυρο― όταν άνοιξε η πόρτα του δωματίου του και μπήκαν μέσα η Νυνάβε, η Εγκουέν και η Ηλαίην, χαμογελώντας του κι οι τρεις φωτεινά. Σηκώθηκε για να πάρει ένα πουκάμισο και μετά πείσμωσε και ξανακάθισε. Θα μπορούσαν να είχαν χτυπήσει την πόρτα. Εν πάση περιπτώσει, ήταν ευχάριστο που τις ξανάβλεπε. Τουλάχιστον στην αρχή.

«Φαίνεσαι καλύτερα», είπε η Εγκουέν.

«Σαν να πέρασες ένα μήνα με καλό φαγητό και ανάπαυση», είπε η Ηλαίην.

Η Νυνάβε δοκίμασε το μέτωπό του. Αυτός τινάχτηκε, πριν θυμηθεί ότι στην πατρίδα έκανε το ίδιο πράγμα, επί περίπου πέντε χρόνια. Τότε ήταν απλώς η Σοφία, σκέφτηκε. Δεν φορούσε το δαχτυλίδι.

Η Νυνάβε είχε προσέξει την αντίδραση του. Του χαμογέλασε σφιγμένα. «Για μένα, δείχνεις έτοιμος να σηκωθείς και να τριγυρνάς. Κουράστηκες κλεισμένος μέσα, ή ακόμα; Ποτέ δεν άντεχες να μείνεις μέσα δυο μέρες συνέχεια».

Ο Ματ κοίταξε απρόθυμα τα κουκούτσια του τελευταίου μήλου και μετά το ξανάριξε στην πιατέλα. Παραλίγο να έγλειφε το ζουμί από τα δάχτυλά του, αλλά τον κοίταζαν και οι τρεις. Και χαμογελούσαν ακόμα. Κατάλαβε, ξαφνικά, ότι προσπαθούσε να κρίνει ποια ήταν ομορφότερη και δεν μπορούσε. Αν δεν ήταν αυτές που ήταν, αν δεν ήταν αυτό που ήταν, θα ζητούσε από οποιαδήποτε να χορέψουν ένα τζιγκ ή ένα ρηλ. Είχε χορέψει αρκετές φορές με την Εγκουέν, τότε στην πατρίδα, ακόμα και με τη Νυνάβε μια φορά, αλλά έμοιαζε να έχει περάσει πολύς καιρός από τότε.

«“Μια όμορφη γυναίκα σημαίνει ότι θα περάσεις καλά στο χορό. Δύο όμορφες γυναίκες σημαίνουν ότι θα έχεις μπελάδες στο σπίτι. Τρεις όμορφες γυναίκες σημαίνουν βάλ’ το στα πόδια”». Κοίταξε τη Νυνάβε ακόμα πιο μαζεμένα. «Έτσι έλεγε ο πατέρας μου. Κάτι σκαρώνεις, Νυνάβε. Χαμογελάτε, σαν γάτες που βλέπουν ένα σπίνο να έχει σκαλώσει στα κλαριά και νομίζω ότι αυτός ο σπίνος είμαι εγώ».

Τα χαμόγελα τρεμόπαιξαν και έσβησαν. Πρόσεξε τα χέρια τους και αναρωτήθηκε γιατί όλες έμοιαζαν να έχουν περάσει ώρες κάνοντας λάντζα. Η Κόρη-Διάδοχος του Άντορ αποκλείεται να είχε πλύνει πιάτο στη ζωή της και του ήταν εξίσου δύσκολο να φανταστεί τη Νυνάβε να κάνει το ίδιο, ακόμα και ξέροντας ότι έκανε μόνη τις δουλειές της στο Πεδίο του Έμοντ. Τώρα και οι τρεις φορούσαν το δαχτυλίδι με το Μέγα Ερπετό. Να κάτι καινούριο. Και αυτή δεν ήταν μια ιδιαίτερα ευχάριστη έκπληξη. Φως μου, κάποια στιγμή θα γινόταν. Δεν είναι δική μου δουλειά, αυτό είναι όλο. Δεν είναι δική μου δουλειά. Όχι.

Η Εγκουέν κούνησε το κεφάλι, απευθυνόμενη όχι μόνο στον Ματ, αλλά και στις υπόλοιπες. «Σας είπα ότι έπρεπε να τον ρωτήσουμε στα ίσια. Όταν θέλει, είναι πεισματάρης σαν μουλάρι και άτακτος σαν γάτα. Έτσι είναι, Ματ. Το ξέρεις καλά, μην κατσουφιάζεις, λοιπόν».