Αυτός ξαναφόρεσε, αμέσως, το χαμόγελό του.
«Σταμάτα, Εγκουέν», είπε η Νυνάβε. «Ματ, μπορεί να θέλουμε μια χάρη, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν νοιαζόμαστε για τα αισθήματα σου. Νοιαζόμαστε και το ξέρεις, εκτός αν σήμερα έχεις τις ανάποδές σου. Είσαι καλά; Δείχνεις εξαιρετικά καλά, σε σύγκριση με την τελευταία φορά που σε είδα. Πραγματικά, είναι σαν να πέρασε μήνας κι όχι μόνο δύο μέρες».
«Μπορώ να τρέξω δέκα μίλια και, όταν σταματήσω, να χορέψω τζιγκ». Το στομάχι του γουργούρισε, θυμίζοντας του ότι το μεσημέρι αργούσε, αλλά το αγνόησε και ευχήθηκε να μην το είχαν ακούσει. Ένιωθε σχεδόν σαν να είχε περάσει ένα μήνα χωρίς να κάνει τίποτα άλλο, παρά να τρώει και να ξεκουράζεται. Και ότι την προηγούμενη μέρα είχε φάει μόνο μία φορά. «Τι χάρη;» ρώτησε καχύποπτα. Η Νυνάβε δεν ζητούσε χάρες, απ’ όσο θυμόταν η Νυνάβε σου έλεγε τι να κάνεις και περίμενε ότι θα το έκανες αμέσως.
«Θέλω να μεταφέρεις ένα γράμμα εκ μέρους μου», είπε η Ηλαίην, πριν προλάβει να μιλήσει η Νυνάβε. «Στη μητέρα μου, στο Κάεμλυν». Χαμογέλασε, αφήνοντας να φανεί ένα λακκάκι στο μάγουλό της. «Θα το εκτιμούσα πολύ, Ματ». Το πρωινό φως, που έμπαινε από τα παράθυρα, έριχνε ανταύγειες στα μαλλιά της.
Άραγε, της αρέσει να χορεύει; Έδιωξε αμέσως τη σκέψη από το μυαλό του. «Αυτό δεν φαίνεται τόσο δύσκολο, αλλά είναι μεγάλο ταξίδι. Τι θα κερδίσω εγώ;» Από την έκφραση που πήρε το πρόσωπό της, ο Ματ κατάλαβε ότι εκείνο το λακκάκι πολύ σπάνια δεν πετύχαινε το σκοπό του.
Η Ηλαίην ίσιωσε το κορμί της, λεπτή και περήφανη. Ο Ματ σχεδόν μπορούσε να δει το θρόνο πίσω της. «Είσαι πιστός υπήκοος του Άντορ; Δεν θέλεις να προσφέρεις τις υπηρεσίες σου στο Θρόνο του Λιονταριού και στην Κόρη-Διάδοχο;»
Ο Ματ χαχάνισε.
«Σου είπα ότι, στον Ματ, ούτε αυτό θα πετύχαινε»» είπε η Εγκουέν.
Η Ηλαίην είχε στραβώσει τα χείλη, με μια πικρή έκφραση. «Σκέφτηκα ότι άξιζε να δοκιμάσω. Στους Φρουρούς, στο Κάεμλυν, πάντα φέρνει αποτέλεσμα. Είπες ότι, αν χαμογελούσα —» Σταμάτησε απότομα κι ήταν φανερό ότι απέφευγε να τον κοιτάξει.
Τι είπες, Εγκουέν, σκέφτηκε θυμωμένος. Ότι χαζεύω με κάθε κοπέλα που θα μου χαμογελάσει; Δεν έχασε, όμως, τη γαλήνια στάση του και κατάφερε να διατηρήσει το χαμόγελό του.
«Μακάρι να αρκούσε μια ερώτηση», είπε η Εγκουέν, «αλλά δεν κάνεις χατίρια, έτσι δεν είναι, Ματ; Έχεις κάνει ποτέ κάτι, χωρίς να σε καλοπιάσουν, να σε κολακέψουν, ή να σε φοβερίσουν;»
Αυτός της χαμογέλασε ανέκφραστα. «Θα χορέψω και με τις δύο σας, Εγκουέν, αλλά δεν κάνω θελήματα». Για μια στιγμή, του φάνηκε ότι η Εγκουέν θα του έβγαζε τη γλώσσα.
«Ας επιστρέψουμε σε αυτό που σχεδιάζαμε εξ αρχής», είπε η Νυνάβε με υπερβολικά ήρεμη φωνή. Οι άλλες κατένευσαν και η Νυνάβε έστρεψε την προσοχή της στον Ματ, Για πρώτη φορά από τη στιγμή που είχαν μπει μέσα, ήταν σαν τη Σοφία του παλιού καιρού, με βλέμμα που σε έκανε να μαρμαρώνεις επί τόπου και πλεξούδα έτοιμη να τιναχτεί, σαν ουρά γάτας.
«Είσαι ακόμα πιο αγενής απ’ όσο θυμόμουν, Ματ Κώθον. Τόσο καιρό που είσαι άρρωστος —με την Εγκουέν, την Ηλαίην κι εμένα να σε περιποιούμαστε, σαν μωρό στην κούνια― το είχα σχεδόν ξεχάσει. Ακόμα κι έτσι, νόμιζα ότι θα έχεις λίγη ευγνωμοσύνη μέσα σου. Έλεγες ότι ήθελες να δεις τον κόσμο, να δεις λαμπρές πολιτείες. Ποια πόλη είναι καλύτερη από το Κάεμλυν; Θα κάνεις αυτό που θέλεις, θα δείξεις ευγνωμοσύνη και θα βοηθήσεις κάποιον ― όλα αυτά μαζί». Έβγαλε μια διπλωμένη περγαμηνή από το μανδύα της και την άφησε στο τραπέζι. Ήταν σφραγισμένη με ένα κρίνο, σε χρυσοκίτρινο κερί. «Τι παραπάνω να ζητήσεις;»
Ο Ματ κοίταξε με λύπη το χαρτί. Θυμόταν αμυδρά που κάποτε είχε περάσει από το Κάεμλυν, μαζί με τον Ραντ. Θα ήταν κρίμα να τις σταματήσει τώρα, αλλά του φαινόταν ότι αυτό ήταν το καλύτερο. Μπορείς να χαρείς το τζιγκ, αλλά κάποια στιγμή θα πρέπει να πληρώσεις τον αρπιστή. Κι έτσι που τον κοίταζε η Νυνάβε, όσο αργούσε να πληρώσει, τόσο χειρότερα θα ήταν. «Νυνάβε, δεν μπορώ».
«Τι εννοείς, δεν μπορείς; Τι είσαι, μύγα στον τοίχο, ή άντρας; Έχεις μια ευκαιρία να κάνεις μια χάρη στην Κόρη-Διάδοχο του Άντορ, να δεις το Κάεμλυν και, κατά πάσα πιθανότητα, να συναντήσεις την ίδια τη Βασίλισσα Μοργκέις και δεν μπορείς; Δεν καταλαβαίνω τι θέλεις. Αυτή τη φορά δεν θα ξεγλιστρήσεις, σαν λίπος στο τηγάνι, Ματ Κώθον! Ή, μήπως, η καρδιά σου άλλαξε τόσο, που σου αρέσει να τα έχεις όλα αυτά γύρω σου;» Κούνησε το χέρι της μπροστά από το πρόσωπό του και παραλίγο να τον χτυπήσει στη μύτη με το δαχτυλίδι.
«Σε παρακαλώ, Ματ», είπε η Ηλαίην και η Εγκουέν τον κοίταζε λες και είχε βγάλει κέρατα, σαν Τρόλοκ.