Выбрать главу

Σπαρτάρισε στην καρέκλα του. «Δεν είναι ότι δεν θέλω. Δεν μπορώ! Η Άμερλιν φρόντισε να μην μπορώ να ξεφύγω από το ματωμ... από το νησί. Κάνε κάτι γι’ αυτό κι εγώ θα μεταφέρω το γράμμα σου με τα δόντια μου, Ηλαίην».

Αντάλλαξαν ματιές. Μερικές φορές, ο Ματ αναρωτιόταν αν οι γυναίκες μπορούσαν να διαβάσουν η μια το νου της άλλης. Το σίγουρο ήταν ότι διάβαζαν το δικό του και, μάλιστα, τη χειρότερη στιγμή. Αυτή τη φορά, όμως, ό,τι κι αν είχαν αποφασίσει μεταξύ τους, δεν είχαν διαβάσει τις σκέψεις του.

«Εξήγησε», είπε απότομα η Νυνάβε. «Γιατί θέλει η Άμερλιν να σε κρατήσει εδώ;»

Εκείνος ανασήκωσε τους ώμους, την κοίταξε κατάματα και της χάρισε το πιο μελετημένο, πικρό χαμόγελό του. «Επειδή ήμουν άρρωστος. Επειδή η αρρώστια κράτησε πολύ. Είπε ότι δεν θα με αφήσει να φύγω, αν δεν είναι σίγουρη ότι δεν θα εξαφανιστώ κάπου για να πεθάνω. Όχι ότι θα κάνω τέτοιο πράγμα. Όχι ότι θα πεθάνω, θέλω να πω».

Η Νυνάβε έσμιξε τα φρύδια και τράβηξε την πλεξούδα της. Ξαφνικά, πήρε το κεφάλι του ανάμεσα στα χέρια της· ένα ρίγος τον διαπέρασε. Φως μου, η Δύναμη! Πριν τελειώσει τη σκέψη του, η άλλη τον είχε αφήσει.

«Τι...; Τι μου έκανες, Νυνάβε;»

«Ούτε το ένα δέκατο απ’ αυτό που σου αξίζει, πιθανότατα», είπε. «Είσαι υγιής σαν ταύρος. Πιο αδύνατος από παλιά, αλλά υγιής».

«Σου το είπα», είπε αυτός ανήσυχα. Προσπάθησε να ξαναβρεί το χαμόγελό του. «Νυνάβε, έκανε σαν κι εσένα. Η Άμερλιν, εννοώ. Κατάφερνε να δείχνει ψηλή και φοβερή κι ας ήταν πιο κοντή από μένα. Ήταν απειλητική...» Από τον τρόπο που υψώθηκαν τα φρύδια της, ο Ματ συμπέρανε ότι θα ήταν καλύτερο να αλλάξει κουβέντα. Αρκεί να τις κρατούσε μακριά από το θέμα του Κέρατος. Αναρωτήθηκε αν ήξεραν. «Μάλιστα. Τέλος πάντων, νομίζω ότι θέλουν να με κρατήσουν εδώ, εξαιτίας του εγχειριδίου. Εννοώ, μέχρι να βρουν πώς ακριβώς γινόταν αυτό το πράγμα. Ξέρεις πώς είναι οι Άες Σεντάι». Άφησε ένα σύντομο γέλιο. Αυτές απλώς τον κοίταζαν. Ίσως να μην έπρεπε να το πω αυτό. Που να καώ! Θέλουν να γίνουν Άες Σεντάι. Που να καώ, κακώς μιλάω τόσο πολύ. Μακάρι να μη με κοίταζε η Νυνάβε έτσι. Μίλα και τελείωνε. «Η Άμερλιν κανόνισε να μην μπορώ να περάσω γέφυρα, ή να ανέβω σε πλοίο, χωρίς δική της διαταγή. Βλέπεις; Δεν είναι ότι δεν θέλω να βοηθήσω. Είναι που δεν μπορώ».

«Θα βοηθήσεις, αν σε βγάλουμε από την Ταρ Βάλον;» ρώτησε με έντονο ύφος η Νυνάβε.

«Βγάλτε με από την Ταρ Βάλον και θα πάω την Ηλαίην στη μητέρα της καθισμένη στην πλάτη μου».

Αυτή τη φορά, ύψωσε τα φρύδια η Ηλαίην και η Εγκουέν κούνησε το κεφάλι, προφέροντας το όνομά του χωρίς ήχο, με μια αυστηρή ματιά. Οι γυναίκες, μερικές φορές, δεν είχαν αίσθηση του χιούμορ.

Η Νυνάβε έκανε νόημα στις άλλες να την ακολουθήσουν κοντά στα παράθυρα, του γύρισαν τις πλάτες και μίλησαν τόσο χαμηλόφωνα που ο Ματ άκουγε μόνο ένα μουρμουρητό. Του φάνηκε ότι άκουσε την Εγκουέν να λέει ότι θα χρειάζονταν μόνο ένα, αν ήταν μαζί. Παρακολουθώντας τες, αναρωτήθηκε αν, πράγματι, πίστευαν ότι θα παρέκαμπταν τη διαταγή της Άμερλιν. Αν το καταφέρουν, θα το πάω το παλιογράμμα. Στ’ αλήθεια θα το πάω με τα δόντια.

Δίχως να σκεφτεί, πήρε το φαγωμένο μήλο και δάγκωσε την άκρη. Το μάσησε για μια στιγμή και έφτυσε βιαστικά τα πικρά κουκούτσια στην πιατέλα.

Όταν ξανάρθαν στο τραπέζι, η Εγκουέν του έδωσε ένα χοντρό, διπλωμένο χαρτί. Τις κοίταξε καχύποπτα, πριν το ανοίξει. Διαβάζοντάς το, άρχισε να σιγοτραγουδά χωρίς να το καταλαβαίνει.

Αυτό που κάνει ο κομιστής, το κάνει κατόπιν εντολής μου και με δική μου εξουσία. Υπάκουσε και σιώπησε, κατά διαταγή μου.

Σιουάν Σάντσε
Φύλακας των Σφραγίδων
Φλόγα της Ταρ Βάλον
Η Έδρα της Άμερλιν

Και στο κάτω μέρος ήταν σφραγισμένο με τη Φλόγα της Ταρ Βάλον, σε έναν κύκλο από άσπρο κερί, σκληρό σαν πέτρα.

Κατάλαβε ότι σιγοτραγουδούσε το «Τσέπη Γεμάτη Χρυσάφι» και σταμάτησε. «Είναι αληθινό; Δεν το...; Που το βρήκατε;»

«Δεν το πλαστογράφησε, αν εννοείς αυτό», είπε η Ηλαίην.

«Μη σε νοιάζει που το βρήκαμε», είπε η Νυνάβε. «Είναι αληθινό. Αυτό μόνο πρέπει να σε ενδιαφέρει. Αν ήμουν στη θέση σου, δεν θα το έδειχνα εδώ κι εκεί, αλλιώς η Αμερλιν θα το πάρει πίσω, αλλά μπορείς να περάσεις τους φρουρούς και να βρεις θέση σε πλοίο. Είπες ότι έτσι θα πήγαινες το γράμμα».

«Πες πως είναι κιόλας στα χέρια της Μοργκέις». Ήθελε να διαβάσει και να ξαναδιαβάσει το έγγραφο, αλλά το δίπλωσε όπως ήταν και το ακούμπησε πάνω στο γράμμα της Ηλαίην. «Δεν φαντάζομαι να περισσεύει κανένα κέρμα, έτσι δεν είναι; Λίγο ασήμι; Κανά-δυο χρυσά μάρκα; Έχω σχεδόν αρκετά για το ταξίδι, αλλά άκουσα ότι κατάντη του ποταμού όλα ακριβαίνουν».