Η Νυνάβε κούνησε το κεφάλι. «Δεν έχεις χρήματα; Κάθε βράδυ έπαιζες με τον Χούριν, ώσπου αρρώστησες τόσο που δεν μπορούσες να κρατήσεις τα ζάρια. Γιατί να είναι πιο ακριβά τα πράγματα κατάντη;»
«Παίζαμε για χάλκινα, Νυνάβε, και ύστερα από ένα σημείο σταμάτησε να στοιχηματίζει. Δεν πειράζει. Θα τα βγάλω πέρα. Δεν ακούς τι λέει ο κόσμος; Ακόμα έχουν εμφύλιο στην Καιρχίν, άκουσα ότι και στο Δάκρυ είναι σκούρα τα πράγματα. Άκουσα ότι ένα δωμάτιο στο Αρινγκίλ κοστίζει περισσότερο από ένα καλό άλογο στο χωριό».
«Είχαμε δουλειές», είπε κοφτά και αντάλλαξε ανήσυχες ματιές με την Εγκουέν και την Ηλαίην, κάτι που τον ξαναγέμισε απορίες.
«Δεν πειράζει. Θα τα βολέψω». Σίγουρα θα έπαιζαν στα πανδοχεία κοντά στο λιμάνι. Αν έπαιζε ζάρια μια νύχτα, την άλλη μέρα θα βρισκόταν μέσα σε ένα πλοίο με το πουγκί γεμάτο.
«Απλώς παρέδωσε το γράμμα στη Βασίλισσα Μοργκέις, Ματ», είπε η Νυνάβε. «Και μη μάθει κανείς ότι το έχεις».
«Θα της το πάω. Αυτό δεν είπα; Λες και δεν κρατάω τις υποσχέσεις μου». Οι ματιές που του έριξαν η Νυνάβε και η Εγκουέν του θύμισαν κάποιες υποσχέσεις που είχε αμελήσει. «Θα το κάνω. Μα το αίμα και... Θα το κάνω!»
Έμειναν λιγάκι ακόμα, κυρίως μιλώντας για την πατρίδα. Η Εγκουέν και η Ηλαίην κάθισαν στο κρεβάτι και η Νυνάβε πήρε την πολυθρόνα, ενώ ο Ματ έμεινε στο σκαμνί του. Η συζήτηση για το Πεδίο του Έμοντ του έφερε νοσταλγία και προκάλεσε μια θλίψη στη Νυνάβε και την Εγκουέν, σαν να μιλούσαν για κάτι το οποίο δεν θα ξανάβλεπαν. Ήταν σίγουρος ότι τα μάτια τους είχαν δακρύσει, αλλά όταν προσπάθησε να το γυρίσει αλλού, αυτές αρνήθηκαν να αλλάξουν θέμα και συνέχισαν να μιλούν για τους ανθρώπους που ήξεραν, για τις γιορτές του Μπελ Τάιν και της Μέρας του Ήλιου, για τους χορούς του θερισμού και τις εκδρομές για το κούρεμα των προβάτων.
Η Ηλαίην του μίλησε για το Κάεμλυν, τι έπρεπε να περιμένει στο Βασιλικό Παλάτι, σε ποιον να μιλήσει και του είπε μερικά πράγματα για την πόλη. Μερικές φορές, η στάση της ήταν τέτοια, που του φαινόταν ότι έβλεπε μια κορώνα στο κεφάλι της. Θα ήταν ανόητος όποιος άντρας μπλεκόταν με τέτοια γυναίκα. Όταν σηκώθηκαν, ένιωσε λύπη που έφευγαν.
Στάθηκε στα πόδια του, νιώθοντας ξαφνικά αμήχανος. «Κοιτάξτε, μου κάνατε μια χάρη εδώ πέρα». Άγγιξε το χαρτί της Αμερλιν στο τραπέζι. «Μια μεγάλη χάρη. Ξέρω ότι όλες θα γίνετε Άες Σεντάι» —κόμπιασε λίγο καθώς το έλεγε― «και εσύ, Ηλαίην, κάποτε θα γίνεις βασίλισσα, αλλά αν ποτέ χρειαστείτε βοήθεια, αν υπάρχει ποτέ κάτι που μπορώ να κάνω, θα έρθω. Βασιστείτε πάνω μου. Είπα τίποτα αστείο;»
Η Ηλαίην έκρυβε το στόμα με το χέρι και η Εγκουέν φαινόταν καθαρά να παλεύει με το γέλιο της. «Όχι, Ματ», είπε γλυκά η Νυνάβε, αλλά τα χείλη της έτρεμαν. «Απλώς, είναι κάτι που έχω παρατηρήσει στους άντρες».
«Θα έπρεπε να είσαι γυναίκα για να το καταλάβεις», είπε η Ηλαίην.
«Καλό ταξίδι και να προσέχεις, Ματ», είπε η Εγκουέν. «Και μην ξεχνάς, όταν μια γυναίκα χρειάζεται ήρωα, τον χρειάζεται σήμερα, όχι αύριο». Το γέλιο βγήκε κελαρυστό από μέσα της.
Κοίταξε την πόρτα, που έκλεινε πίσω τους. Οι γυναίκες, συμπέρανε σχεδόν για εκατοστή φορά, ήταν παράξενες.
Έπειτα, το βλέμμα του έπεσε στο γράμμα της Ηλαίην και το διπλωμένο χαρτί πάνω του. Το χαρτί της Άμερλιν, ευλογημένο, που δεν μπορούσες να το καταλάβεις, αλλά ήταν ευπρόσδεκτο, σαν φωτιά το χειμώνα. Χόρεψε χαζά στο κέντρο του λουλουδάτου χαλιού. Τα ίδια σου τα λόγια θα με ελευθερώσουν, Άμερλιν. Και θα με γλιτώσουν από τη Σελήνη.
«Δεν θα με πιάσετε ποτέ», γέλασε. «Δεν θα πιάσετε ποτέ τον Ματ Κώθον».
29
Παγίδα που Κλείνει
Σε μια γωνιά ξεκουραζόταν το σκυλί που είχαν για να γυρνά τη σούβλα. Η Νυνάβε, αγριοκοιτάζοντάς το, σκούπισε με το χέρι τον ιδρώτα από το μέτωπό της και συνέχισε να κάνει τη δουλειά του. Πάλι καλά που δεν με έβαλαν να τρέχω στο καλαμένιο κλουβί τον και με αφήσανε να γυρνάω αυτό το Φωτοκατάρατο χερούλι! Άες Σεντάι! Που να καούν όλες! Ήταν δείγμα του εκνευρισμού της αυτή η γλώσσα κι άλλο ένα δείγμα ήταν ότι δεν το είχε προσέξει καν. Η φωτιά στη μακριά εστία από γκρίζα πέτρα ήταν τόσο δυνατή, που ένιωθε σαν να ήταν μέσα της. Ήταν σίγουρη ότι το γκρίζο σκυλί με τις βούλες της χαμογελούσε.
Η Ηλαίην μάζευε με μια μακριά, ξύλινη κουτάλα το λίπος, που έσταζε από τα ψητά κρέατα σε δοχεία από κάτω, ενώ η Εγκουέν το άπλωνε πάνω τους με μια άλλη. Γύρω τους, η μεγάλη κουζίνα ακολουθούσε τη μεσημεριανή ρουτίνα της. Ακόμα και οι μαθητευόμενες είχαν συνηθίσει να βλέπουν Αποδεχθείσες εκεί, τόσο που σχεδόν δεν κοίταζαν, πλέον, τις τρεις γυναίκες. Όχι ότι οι μαγείρισσες επέτρεπαν στις μαθητευόμενες να χαζεύουν. Η δουλειά πλάθει το χαρακτήρα, έλεγαν οι Άες Σεντάι και οι μαγείρισσες φρόντιζαν να αποκτήσουν ισχυρό χαρακτήρα οι μαθητευόμενες. Και οι τρεις Αποδεχθείσες, επίσης.