Η Λάρας, η Κυρά των Μαγειρείων —στην πραγματικότητα, ήταν η αρχιμαγείρισσα, αλλά χρησιμοποιούσαν την άλλη ονομασία τόσο πολλές, χρόνια τώρα, που είχε γίνει σχεδόν ο τίτλος της― ήρθε να εξετάσει τα ψητά. Και τις γυναίκες που ίδρωναν από πάνω τους. Ήταν κάτι παραπάνω από παχουλή, γεμάτη προγούλια, με μια άσπιλη, λευκή ποδιά που έφτανε για τρία φορέματα μαθητευόμενων. Κρατούσε τη δική της μακριά, ξύλινη κουτάλα, σαν σκήπτρο. Αυτή την κουτάλα δεν την είχε για να ανακατεύει. Την είχε για διευθύνει τις υφιστάμενες της και να ρίχνει ξυλιές σε όσες δεν έπλαθαν το χαρακτήρα τους όσο γρήγορα ήθελε εκείνη. Μελέτησε τα ψητά, ξεφύσησε αποδοκιμαστικά και έστρεψε το συνοφρυωμένο βλέμμα της στις τρεις Αποδεχθείσες.
Η Νυνάβε απάντησε στη ματιά της Λάρας με ένα ουδέτερο δικό της βλέμμα και συνέχισε να στριφογυρνά τη σούβλα. Το πρόσωπο της σωματώδους γυναίκας δεν άλλαξε έκφραση. Αρχικά, η Νυνάβε είχε δοκιμάσει να χαμογελάσει, αλλά η έκφραση της Λάρας είχε μείνει αναλλοίωτη. Όταν, όμως, είχε σταματήσει τη δουλειά για να της μιλήσει, με κάθε ευγένεια, αυτό είχε αποδειχτεί καταστροφικό. Λες και δεν έφτανε που τη φοβέριζαν και τη μάλωναν οι Άες Σεντάι. Εκείνο έπρεπε να το ανεχτεί, όσο κι αν την πονούσε, όσο κι αν την έτσουζε, αν ήθελε να μάθει πώς να χρησιμοποιεί τις ικανότητές της. Όχι ότι της άρεσαν αυτά που μπορούσε να κάνει —άλλο να ξέρεις ότι οι Άες Σεντάι δεν είναι Σκοτεινόφιλες, παρ’ όλο που χρησιμοποιούν τη Δύναμη κι άλλο να μπορείς η ίδια να διαβιβάσεις — αλλά έπρεπε να μελετήσει, αν ήθελε να εκδικηθεί τη Μουαραίν σχεδόν το μόνο που την κρατούσε, ήταν το μίσος γι’ αυτά που είχε κάνει η Μουαραίν στην Εγκουέν και τους άλλους Εμοντίτες, που είχε κάνει τη ζωή τους χίλια κομμάτια και τους είχε εκμεταλλευτεί για τους σκοπούς των Άες Σεντάι. Μα να της φέρεται αυτή εδώ, η Λάρας, σαν τεμπέλικο, αργόστροφο παιδί, να την αναγκάζει να υποκλίνεται και να τρέχει για δουλειές, τη στιγμή που στο χωριό της θα μπορούσε να τη βάλει στη θέση της με μερικές καλοδιαλεγμένες λέξεις ― αυτό την έκανε να τρίζει τα δόντια, όσο κι όταν σκεφτόταν τη Μουαραίν. Ίσως, αν δεν την κοιτάζω... Όχι! Να καώ αν χαμηλώσω το βλέμμα μπροστά σ’ αυτή την... την αγελάδα!
Η Λάρας ξεφύσησε πιο δυνατά και απομακρύνθηκε. Έγερνε δεξιά κι αριστερά, καθώς προχωρούσε στα φρεσκοσφουγγαρισμένα γκρίζα πλακάκια.
Η Ηλαίην, που ήταν ακόμα σκυμμένη με την κουτάλα και το δοχείο με το λίπος, την αγριοκοίταξε καθώς έφευγε. «Αν με ξαναχτυπήσει έστω και μια φορά αυτή η γυναίκα, θα βάλω τον Γκάρεθ Μπράυν να τη συλλάβει και —»
«Σιωπή», ψιθύρισε η Εγκουέν. Δεν σταμάτησε να αλείφει τα ψητά και δεν κοίταξε καθόλου την Ηλαίην. «Έχει αυτιά σαν —»
Η Λάρας ξαναγύρισε, σαν να είχε πράγματι ακούσει, σμίγοντας πιο έντονα τα φρύδια και με το στόμα ορθάνοιχτο. Πριν βγάλει οποιονδήποτε ήχο, η Έδρα της Αμερλιν μπήκε στην κουζίνα, σαν ανεμοστρόβιλος. Ακόμα και το ριγωτό επιτραχήλιο στους ώμους τους έμοιαζε μπουρινιασμένο. Αυτή τη φορά, η Ληάνε δεν φαινόταν πουθενά.
Επιτέλους, σκέφτηκε ενοχλημένη η Νυνάβε. Και μόλις που πρόλαβε!
Αλλά η Άμερλιν δεν έριξε ούτε μια ματιά προς το μέρος της. Η Άμερλιν δεν είπε λέξη σε καμία. Ακούμπησε το χέρι της σε ένα τραπέζι, που άστραφτε από καθαριότητα, άσπρο σαν κόκαλο, κοίταξε τα δάχτυλά της και έκανε μια γκριμάτσα, σαν να είχαν γεμίσει βρώμα. Η Λάρας βρέθηκε σε μια στιγμή στο πλευρό της, με ένα χαμόγελο ως τα αυτιά, αλλά το ανέκφραστο βλέμμα της Άμερλιν την έκανε να το καταπιεί και να μείνει σιωπηλή.
Η Αμερλιν άρχισε να τριγυρνά στα μαγειρεία. Κοίταξε τις γυναίκες που έφτιαχναν παξιμάδια από βρώμη. Αγριοκοίταξε τις γυναίκες που καθάριζαν λαχανικά. Έριξε μια περιφρονητική ματιά στις σούπες που έβραζαν και μετά στις γυναίκες που τις πρόσεχαν οι γυναίκες πήραν να μελετούν με προσήλωση την επιφάνεια της σούπας. Τα σμιγμένα φρύδια της έκαναν τις κοπέλες που έβγαζαν πιατέλες και γαβάθες στην τραπεζαρία να συνεχίσουν τρέχοντας. Η βλοσυρή ματιά της έκανε τις μαθητευόμενες να χιμούν στις δουλειές τους εδώ κι εκεί, σαν ποντίκια που είχαν δει γάτα. Όταν έκανε το γύρο της μισής κουζίνας, όλες οι γυναίκες δούλευαν δυο φορές πιο γρήγορα από πριν. Όταν τελείωσε την επιθεώρηση, η Λάρας ήταν η μόνη που τολμούσε να την κοιτάξει, έστω και φευγαλέα.
Η Άμερλιν σταμάτησε μπροστά στη σούβλα, με τις γροθιές στους γοφούς και κοίταξε τη Λάρας. Απλώς την κοίταξε, ανέκφραστη, με τα γαλάζια μάτια της παγωμένα και σκληρά.
Η μεγαλόσωμη γυναίκα ξεροκατάπιε και τα προγούλια της τρεμούλιασαν, καθώς ίσιωνε την ποδιά της. Η Άμερλιν δεν κουνήθηκε. Η Λάρας χαμήλωσε το βλέμμα και σάλεψε από το ένα πόδι στο άλλο. «Αν μου επιτρέψει η Μητέρα», είπε με ξεψυχισμένη φωνή. Με μια κίνηση, που ίσως να ήταν υπόκλιση, έφυγε βιαστικά και τόσο είχε ξεχαστεί, που πήγε μαζί με κάποιες γυναίκες σε μια κατσαρόλα και ανακάτεψε τη σούπα με τη δική της κουτάλα.