Выбрать главу

Με κοφτές, γοργές φράσεις, η Νυνάβε είπε για τα πράγματα που είχαν βρει στην αποθήκη κάτω από τη βιβλιοθήκη, με τρόπο που έδειχνε ότι είχαν πάει εκεί μόνο αυτή και η Εγκουέν και πρόσθεσε τα σχετικά συμπεράσματα στα οποία είχαν καταλήξει. Δεν ανέφερε το όνειρο της Εγκουέν —ή ό,τι άλλο κι αν ήταν η Εγκουέν επέμενε ότι ήταν αληθινό― για τον Τελ’αράν’ριοντ. Ούτε μίλησε για το τερ’ανγκριάλ που είχε δώσει η Βέριν στην Εγκουέν. Δεν εμπιστευόταν απολύτως τη γυναίκα που φορούσε το επιτραχήλιο με τις επτά ρίγες —ούτε οποιαδήποτε γυναίκα που μπορούσε να φορέσει το επώμιο― και της φαινόταν ότι θα ήταν καλύτερο να κρατήσει μυστικά μερικά πράγματα, για άλλη ώρα.

Όταν τελείωσε, η Αμερλιν έμεινε σιωπηλή τόση ώρα, που η Νυνάβε σκέφτηκε ότι η γυναίκα δεν την είχε ακούσει. Ήταν έτοιμη να τα επαναλάβει πιο δυνατά, όταν η Αμερλιν, τελικά, μίλησε και πάλι χωρίς να κουνά παρά ελάχιστα τα χείλη της.

«Δεν έστειλα κανένα μήνυμα, Κόρη μου. Τα πράγματα που άφησαν η Λίαντριν και οι άλλες ερευνήθηκαν εξονυχιστικά και κάηκαν όταν δεν βρέθηκε τίποτα. Καμία δεν θα χρησιμοποιούσε κάτι που άφησε πίσω του το Μαύρο Άτζα. Όσο για την Έλσε Γκρίνγουελ... το θυμάμαι το κορίτσι. Θα μπορούσε να μάθει, αν είχε αφιερωθεί, αλλά το μόνο που ήθελε ήταν να χαμογελά στους άντρες, στο γυμναστήριο των Προμάχων. Την Έλσε Γκρίνγουελ την ανεβάσαμε σε ένα εμπορικό πλοίο και την ξαναστείλαμε στη μητέρα της, πριν από δέκα μέρες».

Η Νυνάβε προσπάθησε να καταπιεί τον κόμπο που είχε εμφανιστεί στο λαιμό της. Τα λόγια της Άμερλιν την έκαναν να σκεφτεί νταήδες, που τυραννούσαν μικρότερα παιδιά. Οι νταήδες έδειχναν πάντα τόση περιφρόνηση για τα μικρότερα παιδιά, ήταν τόσο σίγουροι ότι αυτά ήταν τόσο χαζά που δεν καταλάβαιναν τι συνέβαινε, ώστε δεν έκαναν την παραμικρή προσπάθεια να κρύψουν τις παγίδες τους. Το αίμα της έβραζε, στη σκέψη ότι στο Μαύρο Άτζα την έβλεπαν με τόση περιφρόνηση. Ένιωθε ένα κομμάτι πάγο στο στομάχι όταν σκεφτόταν ότι κατάφεραν να στήσουν τέτοια παγίδα. Φως μου, αν έχει φύγει η Έλσε... Φως μου, με όποια κι αν μιλάω μπορεί να είναι η Λίαντριν, ή μία από τις άλλες. Φως μου!

Η σούβλα είχε σταματήσει. Ξανάρχισε να τη γυρίζει βιαστικά και πάλι. Καμία δεν φαινόταν να την έχει προσέξει. Όλες έβαζαν τα δυνατά τους να μην κοιτάξουν την Άμερλιν.

«Και τι σκοπεύεις να κάνεις με αυτή την... τόσο ολοφάνερη παγίδα;» είπε μαλακά η Άμερλιν, που ακόμα κοίταζε την κουζίνα, με την πλάτη στη Νυνάβε. «Σκοπεύεις να πέσεις και σε αυτήν;»

Η Νυνάβε κοκκίνισε. «Ξέρω ότι είναι παγίδα, Μητέρα. Και ο καλύτερος τρόπος για να πιάσεις αυτόν που έχει βάλει την παγίδα, είναι να την κάνεις να κλείσει και να τον περιμένεις να έρθει». Δεν φαινόταν τόσο λογικό όσο πριν, που το έλεγε στην Εγκουέν και την Ηλαίην, μετά τα όσα της είχε μόλις πει η Άμερλιν, αλλά και πάλι το εννοούσε.

«Μπορεί να είναι έτσι, παιδί μου. Μπορεί αυτός να είναι ο τρόπος που θα τις βρεις. Αν δεν έρθουν να σε βρουν πιασμένη στο δίχτυ τους». Αναστέναξε ενοχλημένη. «Θα βάλω χρυσάφι στο δωμάτιό σου για το ταξίδι. Και θα φροντίσω να διαδοθεί ότι σας έστειλα σε ένα αγρόκτημα για να σκαλίζετε τα λάχανα. Θα έρθει μαζί σας και η Ηλαίην;»

Η Νυνάβε ξεχάστηκε και κοίταξε την Άμερλιν και μετά, βιαστικά, χαμήλωσε πάλι το βλέμμα στα χέρια της. Οι αρθρώσεις της ήταν άσπρες πάνω στο χερούλι της σούβλας. «Μα τις μηχανορραφίες σου, που να σε... Γιατί τόσες πλεκτάνες, αφού ήξερες; Όλα αυτά τα πονηρά σου σχέδια μας έκαναν να ιδρώνουμε, σχεδόν όσο και το Μαύρο Άτζα. Γιατί;» Το πρόσωπο της Άμερλιν είχε σκληρύνει και η Νυνάβε συνέχισε, με έναν τόνο που έδειχνε περισσότερο σεβασμό. «Αν μπορώ να ρωτήσω, Μητέρα».

Η Άμερλιν ξεφύσησε. «Θα πρέπει να ξαναβάλω τη Μοργκέις στο σωστό δρόμο, είτε το θέλει είτε όχι κι αυτό θα είναι αρκετά δύσκολο από μόνο του, πόσο μάλλον όταν θα την έχω να νομίζει ότι έστειλα την κόρη της στο πέλαγος με βάρκα που μπάζει νερά. Με αυτό τον τρόπο, μπορώ να πω ειλικρινά ότι δεν ήταν κάτι που έκανα εγώ. Μπορεί να είναι δύσκολα τα πράγματα για την Ηλαίην όταν, τελικά, θα χρειαστεί να αντιμετωπίσει τη μητέρα της, αλλά τώρα έχω τρία κυνηγόσκυλα, όχι δύο. Σου είπα ότι θα είχα εκατό, αν μπορούσα». Έστρωσε το επιτραχήλιο στους ώμους της. «Αυτό παρατράβηξε. Αν μείνω κι άλλο τόσο κοντά σε σένα, ίσως το προσέξουν. Έχεις να μου πεις κάτι άλλο; Ή να ρωτήσεις; Γρήγορα, Κόρη μου».

«Τι είναι το Καλαντόρ, Μητέρα;» ρώτησε η Νυνάβε.