Αυτή τη φορά ήταν η σειρά της Άμερλιν να ξεχαστεί και μισογύρισε προς τη Νυνάβε, πριν στραφεί πάλι μπροστά με μια απότομη κίνηση. «Δεν μπορούμε να τις αφήσουμε να το πάρουν». Ο ψίθυρός της μόλις που ακουγόταν, λες και ήταν μόνο για τον εαυτό της. «Δεν υπάρχει πιθανότητα να το πάρουν, αλλά...» Πήρε μια βαθιά ανάσα και ο απαλός τόνος της δυνάμωσε αρκετά, για τον ακούει η Νυνάβε, αν και δεν θα ακουγόταν, αν στεκόσουν δυο απλωσιές παραπέρα. «Μονάχα δώδεκα γυναίκες στον Πύργο ξέρουν τι είναι το Καλαντόρ και, ίσως, άλλες τόσες έξω. Οι Υψηλοί Άρχοντες του Δακρύου το ξέρουν, αλλά ποτέ δεν μιλούν γι’ αυτό, παρά μόνο όταν το λένε σε έναν Άρχοντα της Στεριάς που ανεβαίνει στο ανώτερο αξίωμα. Το Ανέγγιχτο Σπαθί είναι ένα σα’ανγκριάλ, κορίτσι μου. Μόνο δύο ισχυρότερα κατασκευάστηκαν ποτέ και, δόξα στο Φως, ποτέ κάποιο τους δεν χρησιμοποιήθηκε. Με το Καλαντόρ στα χέρια σου, παιδί μου, μπορείς να ισοπεδώσεις μια πόλη με ένα χτύπημα. Αν οι τρεις σας πεθάνετε για να το κρατήσετε μακριά από τα χέρια του Μαύρου Άτζα, θα έχετε προσφέρει μεγάλη υπηρεσία σε ολόκληρο τον κόσμο και το αντίτιμο θα είναι φθηνό».
«Πώς μπορούν να το πάρουν;» ρώτησε η Νυνάβε. «Νόμιζα ότι μόνο ο Αναγεννημένος Δράκοντας μπορεί να αγγίξει το Καλαντόρ».
Η Άμερλιν της έριξε ένα λοξό βλέμμα, αιχμηρό σαν μαχαίρι κουζίνας. «Μπορεί να κυνηγούν κάτι άλλο», είπε έπειτα από μια στιγμή. «Έκλεψαν τερ’ανγκριάλ από εδώ. Η Πέτρα του Δακρύου έχει σχεδόν όσα τερ’ανγκριάλ έχει και ο Πύργος».
«Νόμιζα ότι οι Υψηλοί Άρχοντες μισούν ό,τι έχει να κάνει με τη Μία Δύναμη», ψιθύρισε η Νυνάβε απορώντας.
«Α, μα πράγματι τη μισούν, παιδί μου. Τη μισούν και τη φοβούνται. Όποτε βρίσκουν μια Δακρινή κοπέλα που μπορεί να διαβιβάζει, τη φορτώνουν σε ένα πλοίο για την Ταρ Βάλον πριν τελειώσει η μέρα, δίχως σχεδόν να την αφήσουν να αποχαιρετήσει την οικογένειά της». Το μουρμουρητό της Άμερλιν έκρυβε πίκρα από τις αναμνήσεις. «Εντούτοις, φυλάνε μια από τις ισχυρότερες εστίες της Δύναμης που έχει δει ποτέ ο κόσμος, μέσα στην ακριβή τους Πέτρα. Η πεποίθησή μου είναι ότι γι’ αυτό το λόγο έχουν συλλέξει τόσο πολλά τερ’ανγκριάλ —και, βέβαια, ό,τι άλλο έχει να κάνει με τη Δύναμη― όλα αυτά τα χρόνια, λες και με αυτό τον τρόπο θα ελαχιστοποιήσουν την ύπαρξη του πράγματος από το οποίο δεν μπορούν να απαλλαγούν, του πράγματος που τους θυμίζει το δικό τους όλεθρο, κάθε φορά που μπαίνουν στην Καρδιά της Πέτρας. Το φρούριο που τσάκισε εκατό στρατιές θα πέσει, αποτελώντας ένα από τα σημάδια ότι ο Δράκοντας Αναγεννήθηκε. Δεν θα είναι καν το μοναδικό σημάδι· θα είναι ένα μεταξύ άλλων. Πόσο θα ταράζει αυτό τις περήφανες καρδιές τους. Η συντριβή τους δεν θα είναι καν ο μοναδικός μεγάλος οιωνός της αλλαγής του κόσμου. Δεν μπορούν καν να το αγνοήσουν, μένοντας έξω από την Καρδιά. Εκεί, οι Άρχοντες της Στεριάς γίνονται Υψηλοί Άρχοντες και εκεί πρέπει να κάνουν την Τελετή της Φύλαξης, όπως την ονομάζουν, τέσσερις φορές το χρόνο, ισχυριζόμενοι ότι φυλάνε ολόκληρο τον κόσμο από τον Δράκοντα, κρατώντας το Καλαντόρ. Σίγουρα το νιώθουν να δαγκώνει τις ψυχές τους, σαν να έχεις το στομάχι σου γεμάτο ζωντανά ασημόκαρφα και, μάλιστα, το αξίζουν». Τινάχτηκε ανάλαφρα, σαν να συνειδητοποιούσε ότι είχε πει περισσότερα απ’ όσα σκόπευε. «Αυτό είναι όλο, παιδί μου;»
«Μάλιστα, Μητέρα», είπε η Νυνάβε. Φως μου, πάντα καταλήγουμε στον Ραντ, έτσι δεν είναι; Πάντα στον Αναγεννημένο Δράκοντα. Ακόμα δυσκολευόταν να τον σκέφτεται έτσι. «Αυτό είναι όλο».
Η Άμερλιν έσιαξε πάλι το επιτραχήλιο της, κοιτώντας τον ξέφρενο ρυθμό δουλειάς στην κουζίνα. «Πρέπει να το τακτοποιήσω αυτό. Ήθελα να σου μιλήσω δίχως καθυστέρηση, αλλά η Λάρας είναι καλή γυναίκα και κουμαντάρει μια χαρά τα μαγειρεία και τα κελάρια».
Η Νυνάβε ξεφύσησε και μίλησε στα χέρια της, που έσφιγγαν το χερούλι της σούβλας, «Η Λάρας είναι ένα ξινό κομμάτι λαρδί και πιο πολύ μιλάει με την κουτάλα, παρά με το στόμα της». Νόμιζε ότι το είχε πει χαμηλόφωνα, αλλά η Άμερλιν χασκογέλασε σαρκαστικά.
«Είσαι καλός κριτής των χαρακτήρων, παιδί μου. Σίγουρα θα ήσουν πολύ καλή Σοφία στο χωριό σου. Η Λάρας ήρθε προσωπικά και ζήτησε να μάθει πόσο ακόμα θα μείνετε εσείς οι τρεις στην πιο βρώμικη και σκληρή δουλειά, δίχως να κάνετε κάτι ευκολότερο. Είπε ότι, όποιες κι αν είναι οι εντολές μου, αυτή δεν θέλει ανάμιξη σε κάτι τέτοιο, δεν θέλει να βλάψει την υγεία ή να τσακίσει το ηθικό μιας γυναίκας. Καλός κριτής των χαρακτήρων, παιδί μου».
Η Λάρας, εκείνη τη στιγμή, εμφανίστηκε ξανά στην είσοδο της κουζίνας, διστάζοντας να μπει στην επικράτειά της. Η Άμερλιν πήγε κοντά της, με χαμόγελο αντί για σμιγμένα φρύδια και ερευνητικές ματιές.