Выбрать главу

«Όλα μου φαίνονται μια χαρά, Λάρας». Τα λόγια της Άμερλιν ήταν δυνατά και ακούστηκαν σε ολόκληρη την κουζίνα. «Δεν βλέπω κάτι που να μην είναι στη θέση του και όλα είναι όπως πρέπει. Είσαι αξιέπαινη. Σκέφτομαι το “Κυρά των Μαγειρείων” να το κάνω επίσημο αξίωμα».

Στο πρόσωπο της σωματώδους γυναίκας παρέλασε μια ποικιλία εκφράσεων, από ανησυχία σε κατάπληξη και μετά σε λαμπερή χαρά. Όταν βγήκε η Άμερλιν από τα μαγειρεία, η Λάρας ήταν όλο χαμόγελα. Το κατσούφιασμα επέστρεψε, όμως, καθώς γυρνούσε το βλέμμα από την πλάτη της αναχωρούσας Άμερλιν στα πρόσωπα των γυναικών. Η κουζίνα αμέσως ανέλαβε δράση. Το βλοσυρό βλέμμα της Λάρας στάθηκε στη Νυνάβε.

Η Νυνάβε, ξαναγυρνώντας τη σούβλα, προσπάθησε να χαμογελάσει στη μεγαλόσωμη γυναίκα.

Η Λάρας κατσούφιασε ακόμα περισσότερο και άρχισε να χτυπά την κουτάλα στο μηρό της, έχοντας μάλλον ξεχάσει ότι αυτή τη φορά την είχε χρησιμοποιήσει για τον αρχικό σκοπό της. Λεκέδες φάνηκαν στη λευκή ποδιά της.

Θα της χαμογελάσω κι ας με σκοτώσει, σκέφτηκε η Νυνάβε, αν και αναγκάστηκε να σφίξει τα δόντια.

Εμφανίστηκαν η Εγκουέν και η Ηλαίην, που έκαναν γκριμάτσες και σκούπιζαν το στόμα τους με το μανίκι. Με μια ματιά της Λάρας, έτρεξαν στη σούβλα και ξανάρχισαν τη δουλειά τους.

«Το σαπούνι», μουρμούρισε με μπερδεμένη φωνή η Ηλαίην, «έχει απαίσια γεύση!»

Η Εγκουέν έτρεμε, καθώς έπαιρνε λίπος με την κουτάλα από το δοχείο και το έριχνε στα ψητά. «Νυνάβε, αν μου πεις ότι η Άμερλιν μας είπε να μείνουμε εδώ, θα ουρλιάξω. Μπορεί να το σκάσω στ’ αλήθεια».

«Φεύγουμε μετά τη λάντζα», είπε η Νυνάβε. «Μόλις πάρουμε τα πράγματά μας από τα δωμάτια». Ευχήθηκε να συμμεριζόταν και η ίδια τον ενθουσιασμό που έλαμψε στα μάτια τους. Το Φως να δώσει να μην μπαίνουμε σε μια παγίδα απ’ όπου δεν θα μπορούμε να ξεφύγουμε. Το Φως να δώσει.

30

Η Πρώτη Ζαριά

Όταν τον άφησαν η Νυνάβε και οι άλλες, ο Ματ πέρασε σχεδόν όλη τη μέρα στο δωμάτιό του, με εξαίρεση μια σύντομη βόλτα. Κατάστρωνε τα σχέδιά του. Και έτρωγε. Έφαγε σχεδόν όλα όσα του έφεραν οι υπηρέτριες και ζήτησε κι άλλα. Τον εξυπηρέτησαν μετά χαράς. Ζήτησε ψωμί, τυρί και φρούτα και στοίβαξε στην ντουλάπα μήλα και αχλάδια ζαρωμένα από το χειμώνα, φέτες τυρί και καρβέλια ψωμί, αφήνοντάς τις υπηρέτριες να πάρουν πίσω άδειους δίσκους.

Το μεσημέρι αναγκάστηκε να υπομείνει την επίσκεψη μιας Άες Σεντάι — Ανάγια ήταν το όνομά της, απ’ ό,τι θυμόταν. Αυτή ακούμπησε με τα δύο χέρια το κεφάλι του και έστειλε παγωμένα ρίγη στο κορμί του. Ο Ματ συμπέρανε ότι έφταιγε η Μία Δύναμη κι όχι απλώς το ότι τον άγγιζε μια Άες Σεντάι. Παρά τα δροσερά μάγουλα της και τη γαλήνια έκφραση των Άες Σεντάι, ήταν μια γυναίκα δίχως τίποτα ιδιαίτερο στην εμφάνιση της.

«Φαίνεσαι πολύ καλύτερα», του είπε χαμογελώντας. Το χαμόγελό της τον έκανε να σκεφτεί τη μητέρα του. «Πεινάς περισσότερο απ’ όσο περίμενα, έτσι έμαθα, αλλά είσαι καλύτερα. Με πληροφόρησαν ότι προσπαθείς να μας αδειάσεις τα κελάρια. Πίστεψέ με που σου λέω ότι θα έχεις όσο φαγητό χρειάζεσαι. Μη φοβάσαι και δεν θα σου λείψει ούτε ένα γεύμα, μέχρι να αναρρώσεις πλήρως».

Αυτός της έστειλε το χαμόγελο που χρησιμοποιούσε στη μητέρα του όταν ήθελε πολύ να τον πιστέψει. «Το ξέρω αυτό. Και, πράγματι, νιώθω καλύτερα. Σκεφτόμουν ότι θα ήθελα να δω λίγο την πόλη απόψε. Αν δεν έχεις αντίρρηση, φυσικά. Ίσως να πάω το βραδάκι σε κάποιο πανδοχείο. Δεν υπάρχει τίποτα καλύτερο από μια νύχτα με κουβέντες πανδοχείου για να σου τονώσει το ηθικό».

Του φάνηκε ότι τα χείλη της συσπάστηκαν, έτοιμα να σχηματίσουν ένα ακόμα πιο πλατύ χαμόγελο. «Κανένας δεν θα προσπαθήσει να σε εμποδίσει, Ματ. Αλλά μην επιχειρήσεις να φύγεις από την πόλη. Το μόνο αποτέλεσμα θα είναι να ανησυχήσουν οι φρουροί και να σε ξαναγυρίσουν εδώ, με συνοδεία».

«Δεν θα έκανα τίποτα τέτοιο, Άες Σεντάι. Η Έδρα της Άμερλιν είπε ότι, αν φύγω, θα λιμοκτονήσω σε λίγες μέρες».

Εκείνη ένευσε, σαν να μην πίστευε ούτε λέξη του. «Φυσικά». Καθώς έστριβε για να φύγει, το βλέμμα της έπεσε στο ραβδί που είχε φέρει ο Ματ από το γυμναστήριο, το οποίο ήταν ακουμπισμένο σε μια γωνιά του δωματίου. «Δεν χρειάζεσαι προστασία από εμάς, Ματ. Είσαι ασφαλής εδώ, όσο θα ήσουν οπουδήποτε αλλού. Σχεδόν σίγουρα πιο ασφαλής».

«Α, το ξέρω αυτό, Άες Σεντάι, το ξέρω». Όταν αυτή έφυγε, ο Ματ κοίταξε την πόρτα σμίγοντας τα φρύδια, ενώ αναρωτιόταν αν είχε καταφέρει να την πείσει έστω και στο ελάχιστο.

Όταν έφυγε από το δωμάτιο του για τελευταία φορά, όπως έλπιζε, ήταν περασμένο απόγευμα, σχεδόν βραδάκι. Ο ουρανός σκοτείνιαζε και ο ήλιος, που έδυε, έβαφε τα σύννεφα της δύσης με αποχρώσεις του κόκκινου. Όταν φόρεσε το μανδύα και κρέμασε στον ώμο το μεγάλο, δερμάτινο σακίδιο, το οποίο είχε βρει σε μια προηγούμενη εξόρμηση του και το είχε γεμίσει με τα ψωμιά, τα τυριά και τα φρούτα που είχε κρύψει πριν, μια ματιά στον καθρέφτη του είπε ότι δεν μπορούσε να κρύψει το σκοπό του. Έκανε έναν μπόγο τα υπόλοιπα ρούχα του, με μια κουβέρτα από το κρεβάτι και τον έριξε κι αυτόν στον ώμο του. Το ραβδί έκανε και για ράβδο πεζοπορίας. Δεν άφησε τίποτα πίσω. Οι τσέπες του σακακιού του είχαν όλα τα μικροπράγματα που του ανήκαν και στο θύλακο της ζώνης είχε τα σημαντικότερα. Το χαρτί της Έδρας της Άμερλιν, το γράμμα της Ηλαίην και τις ζαροθήκες του.