Είδε Άες Σεντάι καθώς προχωρούσε για να βγει από τον Πύργο και κάποιες απ’ αυτές τον πρόσεξαν, αν και οι περισσότερες απλώς ανασήκωναν το φρύδι και καμία δεν του μίλησε. Μια απ’ αυτές ήταν η Ανάγια. Του έστειλε ένα χαμόγελο, σαν να έβρισκε κάτι αστείο και κούνησε πικρά το κεφάλι. Αυτός της απάντησε ανασηκώνοντας τους ώμους και χαμογελώντας όσο πιο ένοχα μπορούσε και αυτή προχώρησε σιωπηλά, κουνώντας ακόμα το κεφάλι. Οι φρουροί στις πύλες του Πύργου απλώς τον κοίταξαν.
Μόνο όταν διέσχισε την μεγάλη πλατεία και βρέθηκε στους δρόμους της πόλης, τον πλημμύρισε ανακούφιση. Και θρίαμβος. Αν δεν μπορείς να κρύψεις αυτό που πας να κάνεις, κάνε το έτσι που όλοι να σε πάρουν για τρελό. Τότε θα σταθούν γύρω και θα περιμένουν να φας τα μούτρα σου. Αυτές οι Άες Σεντάι θα περιμένουν τους φρουρούς να με φέρουν πίσω. Όταν ξημερώσει και δεν θα έχω επιστρέψει ακόμα, τότε θα αρχίσουν να με ψάχνουν. Χωρίς ιδιαίτερη αγωνία στην αρχή, επειδή θα πιστεύουν ότι κρύφτηκα κάπου στην πόλη. Όταν καταλάβουν ότι δεν είμαι εκεί, ο λαγός θα είναι στο ποτάμι, πολύ μακριά από τα λαγωνικά.
Νιώθοντας την καρδιά του πιο ανάλαφρη απ’ όσο τη θυμόταν τα τελευταία χρόνια, ή τουλάχιστον έτσι του φαινόταν, ο Ματ άρχισε να σιγομουρμουρίζει το «Περάσαμε Πάλι τα Σύνορα», ενώ κατευθυνόταν προς το λιμάνι, όπου έβλεπε τα πλοία να αρμενίζουν κατάντη, προς το Δάκρυ και όλα τα χωριά που απλώνονταν ενδιάμεσα, κατά μήκος του Ερινίν. Δεν θα πήγαινε τόσο μακριά, φυσικά. Το Αρινγκίλ, όπου θα ξανάβγαινε στη στεριά για να αρχίσει το άλλο σκέλος του ταξιδιού, προς το Κάεμλυν, ήταν στα μισά του δρόμου προς το Δάκρυ.
Θα παραδώσω το παλιογράμμα σου. Κοίτα θράσος, να πιστεύει ότι θα το έλεγα και δεν θα το έκανα. Θα το παραδώσω το παλιογράμμα, ακόμα κι αν μου στοιχίσει τη ζωή.
Είχε αρχίσει να σουρουπώνει στην Ταρ Βάλον, αλλά υπήρχε ακόμα αρκετό φως για να αναδείξει τα τρομερά κτίρια και τους πύργους με τα αλλόκοτα σχήματα, οι οποίοι ενώνονταν με ψηλές γέφυρες που έκοβαν τον ουρανό τριάντα μέτρα πάνω από το έδαφος. Υπήρχαν ακόμα άνθρωποι που γέμιζαν τους δρόμους, με τόσο διαφορετικές ενδυμασίες που του φαινόταν πως εκεί εκπροσωπούνταν όλα τα έθνη. Στους μεγάλους δρόμους, οι φανοκόροι σκαρφάλωναν στις σκάλες τους για να ανάψουν τα φανάρια, που στέκονταν σε ψηλούς στύλους. Αλλά στο μέρος της Ταρ Βάλον που αναζητούσε ο Ματ, τα μόνα φώτα ήταν εκείνα που έριχναν τα παράθυρα.
Οι Ογκιρανοί είχαν κατασκευάσει τα λαμπρά κτίρια και τους πύργους της Ταρ Βάλον, όμως τα άλλα, τα νεότερα τμήματά της, ήταν δουλειά ανθρώπινων χεριών. Στο Νότιο Λιμάνι, τα χέρια των ανθρώπων είχαν προσπαθήσει, αν όχι να αναπαράγουν, τουλάχιστον να κάνουν κάτι ταιριαστό με το έργο των ευφάνταστων Ογκιρανών. Υπήρχαν πανδοχεία όπου σύχναζαν ναύτες, τα οποία είχαν αρκετή λιθοδομή για παλάτι. Αγάλματα σε σηκούς και τρούλοι σε στέγες, περίτεχνα περιζώματα και λεπτοδουλεμένες ζωοφόροι, καταστόλιστα κηροπωλεία και οικίες εμπόρων. Κι εδώ υπήρχαν γέφυρες που ορθώνονταν πάνω από τους δρόμους, αλλά εδώ οι δρόμοι ήταν στρωμένοι με πέτρες, όχι με πλάκες και πολλές από τις γέφυρες ήταν από ξύλο, αντί για πέτρα, μερικές φορές χαμηλές όσο ο πρώτος όροφος των κτιρίων που συνέδεαν και ποτέ ψηλότερες από τον τρίτο όροφο.
Οι σκοτεινοί δρόμοι ήταν από τους πιο πολυσύχναστους της Ταρ Βάλον. Οι έμποροι που έβγαιναν από τα πλοία τους και αυτοί που αγόραζαν το φορτίο των πλοίων, οι άνθρωποι που ταξίδευαν στον ποταμό Ερινίν και οι άλλοι που δούλευαν σε αυτόν, όλοι αυτοί γέμιζαν τα καπηλειά και τις μεγάλες αίθουσες των πανδοχείων ― κι έκαναν συντροφιά με εκείνους που επιζητούσαν, με αγαθά μέσα ή με φαύλα, τα χρήματα που, συνήθως, διέθεταν τέτοιοι άνθρωποι. Μια βραχνή μουσική γέμιζε τους δρόμους, από μπίτερν και φλάουτα, άρπες και τσίτερ με σφυράκια. Στο πρώτο πανδοχείο που μπήκε ο Ματ ήδη τρεις παρέες έπαιζαν ζάρια, άντρες γονατισμένοι σε κύκλους, κοντά στους τοίχους της κοινής αίθουσας, που ανήγγειλαν με κραυγές τα κέρδη και τη χασούρα.
Ήθελε μόνο να παίξει για καμιά ώρα, πριν βρει πλοίο, όσο για να προσθέσει μερικά κέρματα στο πουγκί του, αλλά κέρδιζε. Πάντα κέρδιζε περισσότερα απ’ όσα έχανε, απ’ όσο θυμόταν, ενώ υπήρχαν φορές με τον Χούριν, στο Σίναρ, που τύχαινε να κερδίζει επί έξι ή οκτώ διαδοχικές ζαριές. Απόψε, κέρδιζε με κάθε ζαριά. Με κάθε ζαριά.