Выбрать главу

Από τις ματιές που του έριξαν κάποιοι από τους συμπαίκτες του, χάρηκε που είχε αφήσει τα ζάρια στις θήκες τους. Αυτές οι ματιές τον έκαναν να αποφασίσει ότι ήταν ώρα να φεύγει. Συνειδητοποίησε έκπληκτος ότι τώρα είχε σχεδόν τριάντα ασημένια μάρκα στο πουγκί του, αλλά δεν είχε κερδίσει κάποιο ιδιαίτερα μεγάλο ποσό από καθέναν από τους συμπαίκτες του, έτσι ώστε να δουν όλοι τους με χαρά την αναχώρησή του.

Με εξαίρεση ένα μελαψό ναύτη με πυκνά, σγουρά μαλλιά —ήταν Θαλασσινός, αυτό είχε πει κάποιος, αν και ο Ματ αναρωτήθηκε τι ζητούσε τόσο μακριά από τη θάλασσα ένας από τους Άθα’αν Μιέρε— που τον ακολούθησε στο σκοτεινό δρόμο και ζητούσε μια ευκαιρία να ξαναβγάλει τα σπασμένα του. Ο Ματ ήθελε να φτάσει στους μόλους —τα τριάντα ασημένια μάρκα έφταναν και περίσσευαν— αλλά ο ναύτης επέμενε και ο Ματ είχε στη διάθεσή του μισή ώρα ακόμα, έτσι ενέδωσε και μαζί με τον άλλο μπήκαν στην επόμενη ταβέρνα που βρήκαν.

Ξανακέρδισε και ήταν σαν να τον είχε αδράξει πυρετός. Κέρδιζε με κάθε ζαριά. Πήγαινε από ταβέρνα σε πανδοχείο και ποτέ δεν έμενε αρκετά για να θυμώσει κάποιος με το μέγεθος των κερδών του. Και κέρδιζε ακόμα με κάθε ζαριά. Άλλαξε το ασήμι με χρυσάφι σε έναν αργυραμοιβό. Έπαιξε κορώνες, πεντάρια, τη ζημιά της παρθένας. Έπαιξε παιχνίδια με πέντε ζάρια, με τέσσερα και με τρία, ακόμα και μόνο με δύο. Έπαιξε παιχνίδια που δεν τα ήξερε, πριν γονατίσει στον κύκλο ή καθίσει στο τραπέζι. Και κέρδιζε. Κάποια στιγμή μέσα στη νύχτα, ο μελαψός ναύτης —είχε πει ότι το όνομά του ήταν Ράαμπ― είχε φύγει τρεκλίζοντας, κατάκοπος αλλά με το πουγκί γεμάτο· στοιχημάτιζε στον Ματ. Ο Ματ επισκέφτηκε άλλο έναν αργυραμοιβό —ή ίσως δύο· ο πυρετός έμοιαζε να του κάνει το μυαλό θολό, σαν τις αναμνήσεις του για το παρελθόν― και πήγε σε άλλο ένα παιχνίδι. Όπου κέρδισε.

Κι έτσι βρέθηκε, δεν ήξερε πόσες ώρες αργότερα, σε μια ταβέρνα γεμάτη καπνό ταμπάκ —νόμιζε πως λεγόταν Το Τρεμαλκέζικο Μάτισμα― να κοιτάζει τα πέντε ζάρια, που το καθένα έδειχνε μια βαθιά σκαλισμένη κορώνα. Οι περισσότεροι πελάτες φαινόταν να ενδιαφέρονται μόνο για να πιουν όσο μπορούσαν πιο πολύ, αλλά το κροτάλισμα των ζαριών και οι κραυγές των παικτών από ένα άλλο παιχνίδι, στην ακριανή γωνία, σχεδόν πνίγονταν από μια γυναικεία φωνή, που τραγουδούσε στο ζωηρό σκοπό ενός τσίτερ με σφυράκια.

«Θα χορέψω με μια κοπέλα με μάτια καστανά ή με μια κοπέλα με μάτια πράσινα, θα χορέψω με μια κοπέλα ό,τι χρώμα μάτια κι αν έχει, αλλά τα δικά σου είναι τα πιο ωραία που έχω δει. Θα φιλήσω μια κοπέλα με μαύρα μαλλιά, ή μια κοπέλα με χρυσά μαλλιά, θα φιλήσω μια κοπέλα ό,τι χρώμα μαλλιά κι αν έχει, αλλά εσένα θέλω να αγκαλιάσω».

Η τραγουδίστρια είχε πει ότι το τραγούδι λεγόταν «Τι Μου Είπε Εκείνος». Ο Ματ θυμόταν ότι ο τίτλος ήταν «Θα Χορέψεις Μαζί Μου;» και τα λόγια ήταν διαφορετικά, αλλά προς το παρόν είχε μυαλό μόνο γι’ αυτά τα ζάρια.

«Πάλι ο βασιλιάς», μουρμούρισε ένας από τους παίκτες, που είχε γονατίσει δίπλα στον Ματ. Ήταν η πέμπτη φορά στη σειρά που ο Ματ έριχνε το βασιλιά.

Είχε κερδίσει ένα χρυσό μάρκο, που ήταν το στοίχημα και τώρα δεν τον ενδιέφερε καν που το Αντορανό μάρκο του ήταν βαρύτερο από το Ιλιανό νόμισμα του άλλου, αλλά μάζεψε τα ζάρια στη δερμάτινη θήκη, τα κουδούνισε γερά και τα σκόρπισε ξανά στο πάτωμα. Πέντε κορώνες. Φως μου, δεν μπορεί. Κανένας δεν έριζε ποτέ βασιλιά έξι φορές συνεχώς. Κανένας.

«Έχει την τύχη του Σκοτεινού», μούγκρισε ένας άλλος. Ήταν ένας σωματώδης τύπος, είχε μαύρα μαλλιά δεμένα στο σβέρκο με μαύρη κορδέλα, χοντρούς ώμους, ουλές στο πρόσωπο και μύτη που είχε σπάσει κι πάνω από μία φορά.

Ο Ματ ούτε που κατάλαβε ότι είχε κουνηθεί, παρά μόνο όταν έπιασε από το κολάρο το χοντροκαμωμένο άντρα, τον σήκωσε όρθιο και τον βρόντηξε στον τοίχο. «Μην το λες αυτό!» γρύλισε. «Μην το λες ποτέ!» Ο άλλος τον κοίταξε ανοιγοκλείνοντας έκπληκτος τα μάτια· περνούσε τον Ματ ένα κεφάλι στο μπόι.

«Σχήμα λόγου είναι», μουρμούρισε κάποιος πίσω του. «Φως μου, είναι απλώς σχήμα λόγου».

Ο Ματ παράτησε το σακάκι του άλλου και έκανε πίσω. «Δεν... δεν... δεν μου αρέσει να λένε τέτοια πράγματα για μένα. Δεν είμαι Σκοτεινόφιλος!» Φως μου, δεν έχω την τύχη τον Σκοτεινού. Δεν είναι αυτό! Αχ, φως μου, μήπως, πράγματι, μου έκανε κάτι αυτό το εγχειρίδιο;

«Κανένας δεν σε είπε έτσι», είπε ο άντρας με τη σπασμένη μύτη. Φαινόταν να ξεπερνά την έκπληξη του και να σκέφτεται αν θα θύμωνε ή όχι.