Ο Ματ μάζεψε τα πράγματά του, τα οποία είχε στοιβάξει πίσω του και βγήκε από την ταβέρνα, αφήνοντας τα νομίσματα εκεί που βρίσκονταν. Δεν ήταν ότι φοβόταν εκείνο το σωματώδη άντρα. Είχε ξεχάσει κι αυτόν και τα νομίσματα, επίσης. Το μόνο που ήθελε ήταν να βγει έξω, στον καθαρό αέρα, εκεί που θα μπορούσε να σκεφτεί.
Στο δρόμο, έγειρε στον τοίχο της ταβέρνας, κοντά στην πόρτα, ανασαίνοντας τη δροσιά. Οι σκοτεινοί δρόμοι του Νότιου Λιμανιού ήταν σχεδόν άδειοι τώρα. Από τα καπηλειά και τα πανδοχεία ακούγονταν ακόμα μουσική και γέλια, μα ελάχιστοι άνθρωποι περπατούσαν μέσα στη νύχτα. Κρατώντας τη ράβδο όρθια μπροστά του και με τα δύο χέρια, χαμήλωσε το κεφάλι στις γροθιές του και προσπάθησε να σκεφτεί το γρίφο απ’ όλες τις πλευρές.
Ήξερε ότι ήταν τυχερός. Θυμόταν ότι ανέκαθεν ήταν τυχερός. Αλλά, με κάποιον τρόπο, οι αναμνήσεις του από το Πεδίο του Έμοντ δεν τον παρουσίαζαν τόσο τυχερό όσο ήταν μετά την αναχώρηση του. Εντάξει, μπορεί να είχε κάνει πολλά χωρίς να τον πιάσουν, αλλά θυμόταν, επίσης, ότι τον είχαν πιάσει να κάνει και φάρσες που νόμιζε ότι θα πετύχαιναν. Η μητέρα του πάντα έμοιαζε να ξέρει τι σκάρωνε και η Νυνάβε δεν παρασυρόταν ποτέ από τις δικαιολογίες του. Αλλά δεν είχε γίνει τυχερός απλώς φεύγοντας από τους Δύο Ποταμούς. Η τύχη είχε έρθει από τη στιγμή που είχε πάρει το εγχειρίδιο από τη Σαντάρ Λογκόθ. Θυμήθηκε που είχε παίξει ζάρια στο χωριό του με έναν ανοιχτομάτη κοκαλιάρη, ο οποίος δούλευε για έναν έμπορο που είχε έρθει από το Μπάερλον για να αγοράσει ταμπάκ. Θυμήθηκε, επίσης, τι ξύλο του είχε δώσει ο πατέρας του, μαθαίνοντας ότι ο Ματ χρωστούσε στον άλλο ένα ασημένιο μάρκο και τέσσερις πένες.
«Όμως, γλίτωσα από το παλιοεγχειρίδιο», μουρμούρισε. «Έτσι είπαν εκείνες οι άτιμες, οι Άες Σεντάι». Αναρωτήθηκε πόσα λεφτά είχε κερδίσει απόψε.
Ψάχνοντας τις τσέπες του σακακιού του, τις βρήκε γεμάτες κέρματα, κορώνες και μάρκα, ασημένια και χρυσά, που λαμπύριζαν και άστραφταν στο φως που ερχόταν από τα κοντινά παράθυρα. Έμοιαζε να έχει δύο πουγκιά, που και τα δύο ήταν ξέχειλα. Έλυσε τα κορδόνια και βρήκε κι άλλο χρυσάφι. Και υπήρχαν κι άλλα, χωμένα στο θύλακο της ζώνης του, κάτω και γύρω και πάνω από τις ζαροθήκες του, τσαλακώνοντας το γράμμα της Ηλαίην και το έγγραφο της Άμερλιν. Θυμόταν αχνά που έριχνε ασημένιες πένες στις σερβιτόρες που είχαν ωραία χαμόγελα, ωραία μάτια ή ωραίους αστραγάλους, επειδή τις ασημένιες πένες δεν άξιζε να τις κρατά.
Δεν άξιζαν να τις κρατήσω; Μπορεί και να είναι έτσι. Φως μου, είμαι πλούσιος! Είμαι πλούσιος, που να πάρει! Μπορεί να είναι κάτι που έκαναν οι Άες Σεντάι. Κάτι που έκαναν καθώς με Θεράπευαν. Κατά λάθος, ίσως. Μπορεί αυτό να είναι. Καλύτερα αυτό, παρά το άλλο. Πρέπει να μου το έκαναν αυτές οι άτιμες Άες Σεντάι.
Ένας ψηλός άντρας βγήκε από την ταβέρνα και η πόρτα έκλεισε αμέσως, κόβοντας το φως που, ίσως, αλλιώς να φανέρωνε το πρόσωπό του.
Ο Ματ κόλλησε την πλάτη στον τοίχο, έχωσε ξανά τα πουγκιά στο σακάκι του και έσφιξε γερά τη ράβδο. Απ’ όπου κι αν προερχόταν η αποψινή του τύχη, δεν ήθελε να χάσει το χρυσάφι του από έναν ελαφροπόδαρο.
Ο άντρας στράφηκε προς το μέρος του, προσπάθησε να κοιτάξει και ύστερα τινάχτηκε. «Δ-δροσερή νύχτα», είπε μεθυσμένα. Πλησίασε τρεκλίζοντας και ο Ματ είδε ότι ο όγκος του ήταν κυρίως από ίο λίπος. «Πρέπει να... Πρέπει να...» Ο χοντρός, παραπατώντας, προχώρησε στο δρόμο, μονολογώντας ασυνάρτητα.
«Βλάκα!» μουρμούρισε ο Ματ, αλλά δεν ήξερε αν εννοούσε τον άλλο ή τον εαυτό του. «Ήρθε η ώρα να βρω ένα πλοίο για να φύγω από δω». Κοίταξε το μαύρο ουρανό, μισοκλείνοντας τα μάτια, προσπαθώντας να υπολογίσει πόσο αργούσε η αυγή. Δυο, ίσως και τρεις ώρες, σκέφτηκε. «Άργησα πολύ». Το στομάχι του γουργούρισε· θυμήθηκε αμυδρά ότι είχε φάει σε κάποια πανδοχεία, αλλά δεν θυμόταν τι. Τον είχε κυριεύσει ο πυρετός των ζαριών. «Πάρα πολύ. Αν δεν φύγω, θα έρθει κάποια απ’ αυτές να με αρπάξει με τα δαχτυλάκια της και να με χώσει στο θύλακο της». Ξεκόλλησε από τον τοίχο και κίνησε για τους μόλους, όπου βρίσκονταν τα πλοία.
Στην αρχή, του φάνηκε ότι οι αχνοί ήχοι πίσω του ήταν η ηχώ από τις μπότες του στο καλντερίμι. Μετά, συνειδητοποίησε ότι κάποιος τον ακολουθούσε. Και προσπαθούσε να μην ακούγεται. Αυτοί σίγουρα είναι ελαφροηόδαροι.
Ζύγιασε τη ράβδο στο χέρι του και για μια στιγμή σκέφτηκε να γυρίσει και να τους αντιμετωπίσει. Αλλά ήταν σκοτάδι και το καλντερίμι δεν του πρόσφερε σταθερό πάτημα. Επίσης, δεν είχε ιδέα πόσοι ήταν. Μπορεί να τα έβγαλες πέρα με τον Γκάγουιν και τον Γκάλαντ, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι είσαι ο ήρωας τον παραμυθιού.
Έστριψε σε ένα στενό παράδρομο όλο στροφές, προσπαθώντας να περπατήσει στις μύτες των ποδιών, αλλά παράλληλα να κάνει και γρήγορα. Εδώ, όλα τα παράθυρα ήταν σκοτεινά και τα πιο πολλά είχαν τραβηγμένα τα πατζούρια. Είχε φτάσει σχεδόν στην άκρη, όταν είδε κίνηση μπροστά, δύο άντρες που κοίταζαν τον παράδρομο, εκεί που κατέληγε σε έναν άλλο. Και άκουσε αργά βήματα πίσω του — το μαλακό ξύσιμο δερμάτινης μπότας πάνω σε πέτρα.