Αστραπιαία, χώθηκε στη σκοτεινή γωνιά ενός κτιρίου, που ήταν χτισμένο λίγο πιο μπροστά από το διπλανό του. Τούτο φαινόταν ό,τι καλύτερο θα μπορούσε να κάνει προς το παρόν. Έσφιξε νευρικά τη ράβδο και περίμενε.
Ένας άντρας εμφανίστηκε από το δρόμο όπου είχε έρθει και ο Ματ, προχωρώντας σχεδόν σκυμμένος και με αργά βήματα. Ύστερα εμφανίστηκε άλλος ένας. Και οι δύο κρατούσαν μαχαίρι και κινούνταν σαν ζώα που παραμονεύουν.
Όλοι οι μύες του Ματ τεντώθηκαν. Αν έκαναν λίγα ακόμα βήματα χωρίς να τον προσέξουν εκεί που κρυβόταν, στην πυκνή σκιά της γωνίας, θα μπορούσε να τους αιφνιδιάσει. Ευχήθηκε να μην ένιωθε αυτή την ένταση στο στομάχι του. Τα μαχαίρια ήταν πολύ πιο κοντά από τα σπαθιά εξάσκησης, αλλά ήταν από ατσάλι, όχι από ξύλο.
Ένας άντρας κοίταξε την άλλη άκρη του στενού δρόμου και ξαφνικά ορθώθηκε, φωνάζοντας: «Δηλαδή δεν ήρθε από τη μεριά σου;»
«Δεν είδα τίποτα, εκτός από σκιές», ακούστηκε μια απάντηση με βαριά προφορά. «Εγώ θέλω να τα παρατήσω. Παράξενα πράγματα πηγαινοέρχονται αυτή τη βραδιά».
Ούτε τέσσερα βήματα παραπέρα από τον Ματ, οι δύο άντρες κοιτάχτηκαν, θηκάρωσαν τα μαχαίρια τους και πήραν το δρόμο απ’ όπου είχαν έρθει.
Άφησε την ανάσα του να βγει αργή, συρτή. Η τύχη. Που να καώ, δεν είναι μόνο για τα ζάρια.
Δεν μπορούσε πια να δει τους άντρες εκεί που αντάμωναν τα δρομάκια, αλλά ήξερε ότι θα βρίσκονταν σε κάποιο γειτονικό. Και ήταν κι άλλοι πίσω του.
Το ένα από τα κτίρια στων οποίων τη σκιά ζάρωνε είχε έναν όροφο μόνο και η στέγη του έμοιαζε αρκετά επίπεδη. Και υπήρχε ένα γλυπτό από άσπρη πέτρα, πελώρια τσαμπιά σταφύλι που ανηφόριζαν στο σημείο που ενώνονταν τα δύο κτίρια.
Σήκωσε τη ράβδο, ακούμπησε τη μια άκρη της στη στέγη και την έσπρωξε με δύναμη. Η ράβδος έπεσε με πάταγο στα κεραμίδια. Δεν περίμενε να δει μήπως το άκουσε κάποιος και σκαρφάλωσε στο γλυπτό, που τα μεγάλα φύλλα σχημάτιζαν καλό πάτημα, ακόμα και για κάποιον που φορούσε μπότες. Μέσα σε δευτερόλεπτα, είχε ξανά τη ράβδο στο χέρι και σιγότρεχε στη στέγη, εμπιστευόμενος την τύχη του για να μη γλιστρήσει.
Τρεις φορές ακόμα σκαρφάλωσε και κάθε φορά βρισκόταν έναν όροφο ψηλότερα. Σε αυτό το ύψος, οι κεραμιδένιες στέγες με την απαλή κλίση κάλυπταν αρκετή απόσταση και φυσούσε μια αύρα εκεί πάνω, που χάιδευε τις τρίχες του σβέρκου του και τον έκανε να ανατριχιάζει, τόσο που σχεδόν πίστεψε ότι τον ακολουθούσαν. Πάψε πια, βλάκα! Τώρα οι άλλοι θα είναι τρεις δρόμους παραπέρα και θα ψάχνουν κάποιον άλλο με γεμάτο πουγκί. Στα τ σακίδια να πάνε.
Οι μπότες του γλίστρησαν στα κεραμίδια και ο Ματ σκέφτηκε ότι ίσως να ήταν μια καλή ιδέα να κατέβει κι ο ίδιος στο δρόμο. Πλησίασε με προσοχή την άκρη της στέγης και κρυφοκοίταξε κάτω. Είδε έναν άδειο δρόμο περίπου δώδεκα μέτρα χαμηλότερα, με τρεις ταβέρνες και ένα πανδοχείο να χύνουν φως και μουσική στο καλντερίμι. Αλλά στα δεξιά του ήταν μια πέτρινη γέφυρα, που θα τον οδηγούσε, από τον τελευταίο όροφο του κτιρίου του, στο κτίσμα απέναντι.
Η γέφυρα έμοιαζε εξαιρετικά στενή και χανόταν μέσα στο σκοτάδι, μακριά από το φως που έβγαινε από τις ταβέρνες, σχηματίζοντας μια αψίδα πάνω από το καλντερίμι ― μεγάλο ύψος για να διακινδυνέψει ένα πέσιμο. Ο Ματ, για να μην προλάβει να το σκεφτεί πολύ, πέταξε κάτω τη ράβδο και την ακολούθησε. Οι μπότες του βρόντηξαν στη γέφυρα και άφησε το σώμα του να κυλήσει στο πλάι, όπως έκανε όταν ήταν παιδί και πηδούσε από δέντρο. Η κατρακύλα του σταμάτησε στο κιγκλίδωμα, που έφτανε ως τη μέση του.
«Μακροπρόθεσμα, οι κακές συνήθειες σε ξελασπώνουν», μονολόγησε, καθώς σηκωνόταν και έπιανε τη ράβδο του.
Το παράθυρο στην άλλη άκρη της γέφυρας είχε κλεισμένα τα παντζούρια και ήταν σκοτεινό. Δεν φανταζόταν ότι οι κάτοικοι του σπιτιού θα καλοδέχονταν έναν ξένο που ξεπρόβαλλε έτσι, μέσα στη νύχτα. Ένα μεγάλο μέρος του σπιτιού ήταν πέτρινο, αλλά, αν υπήρχαν σημεία κοντά στη γέφυρα για να πιαστεί με τα χέρια, τα έκρυβε το σκοτάδι. Ε, τι κι αν είμαι ζένος, θα μπω μέσα.
Γύρισε να κοιτάξει από την άλλη πλευρά του κιγκλιδώματος και, ξαφνικά, κατάλαβε ότι υπήρχε ένας άντρας μαζί του στη γέφυρα. Ένας άντρας με εγχειρίδιο στο χέρι.
Ο Ματ άρπαξε τούτο το χέρι, καθώς το εγχειρίδιο χιμούσε στο λαιμό του. Μόλις που είχε προλάβει να πιάσει τον καρπό του άλλου με τα δάχτυλά του και τότε η ράβδος, που ήταν ανάμεσά τους, μπλέχτηκε στα πόδια του Ματ, κάνοντάς τον να παραπατήσει και να πέσει ο μισός πάνω στο κιγκλίδωμα, τραβώντας και τον άλλο πάνω του. Όπως ισορροπούσε εκεί, στηριγμένος στη μέση του, με τα γυμνά δόντια του άλλου μπροστά στο πρόσωπό του, ο Ματ είχε έντονη την αίσθηση του χάσματος κάτω από το κεφάλι του, όπως επίσης και της λεπίδας, που άστραφτε στο αμυδρό φως του φεγγαριού, καθώς πλησίαζε το λαιμό του. Τα δάχτυλά του, που συγκρατούσαν τον καρπό του άντρα, είχαν αρχίσει να γλιστράνε και το άλλο χέρι του ήταν ακινητοποιημένο από τη ράβδο ανάμεσα στα κορμιά τους. Λίγα δευτερόλεπτα είχαν περάσει από τη στιγμή που είχε πρωτοδεί τον άντρα και σε λίγα ακόμα δευτερόλεπτα θα πέθαινε, με ένα μαχαίρι στο λαιμό.