«Είναι ώρα να ρίξουμε τα ζάρια», είπε. Του φάνηκε ότι ο άλλος πήρε στιγμιαία μια μπερδεμένη έκφραση, αλλά μια στιγμή ήταν το μόνο που είχε. Ο Ματ έδωσε ώθηση με τα πόδια και αναποδογύρισε και τους δύο τους στο κενό.
Για μια στιγμή, που έμοιαζε να κρατά αιώνες, ένιωσε σαν να μην είχε βάρος. Ο αέρας σφύριζε στα αυτιά του και ανακάτευε τα μαλλιά του. Του φάνηκε ότι ο άλλος είχε τσιρίξει, ή ότι αυτό είχε προσπαθήσει να κάνει. Το τράνταγμα έδιωξε βίαια όλο τον αέρα από τα πνευμόνια του και γέμισε τα θολά μάτια του με ασημόμαυρες πιτσιλιές.
Όταν κατάφερε πάλι να ανασάνει —και να δει― κατάλαβε ότι βρισκόταν πάνω στον άντρα που του είχε επιτεθεί, του οποίου το σώμα είχε αποτελέσει ένα είδος μαξιλαριού για τον Ματ κατά την πρόσκρουση στο έδαφος. «Τύχη», ψιθύρισε. Σηκώθηκε αργά όρθιος, βλάστημώντας το χτύπημα που του είχε καταφέρει η ράβδος στα πλευρά.
Περίμενε ότι ο άλλος άντρας θα ήταν νεκρός —δεν υπήρχαν πολλοί που να μπορούν να επιζήσουν από πτώση δέκα μέτρων σε καλντερίμι, με το βάρος ενός άλλου πάνω τους― αλλά αυτό που δεν περίμενε ήταν να δει το εγχειρίδιο του άντρα να έχει χωθεί ως το λαβή στην ίδια του την καρδιά. Για επίδοξος δολοφόνος, έμοιαζε πολύ συνηθισμένος άνθρωπος. Ο Ματ σκέφτηκε πως, σε ένα δωμάτιο γεμάτο κόσμο, δεν θα τον είχε προσέξει καν.
«Η κακή σου τύχη, φιλαράκο», είπε τρέμοντας στο πτώμα.
Ξαφνικά, τον κατέκλυσαν όλα όσα είχαν συμβεί. Οι ελαφροπόδαροι στο στριφογυριστό δρόμο. Η πορεία του στις στέγες. Αυτός ο τύπος. Η πτώση. Το βλέμμα του υψώθηκε στη γέφυρα από πάνω και τον έπιασε κρίση τρεμούλας. Θα πρέπει να τρελάθηκα. Άλλο πράγμα είναι μια δόση περιπέτειας κι άλλο κάτι που ούτε ο ίδιος ο Ρογκός ο Αετομάτης δεν θα ζητούσε.
Συνειδητοποίησε ότι στεκόταν πάνω από έναν νεκρό, που είχε ένα εγχειρίδιο καρφωμένο στην καρδιά του, σαν να περίμενε να περάσει κάποιος και να βάλει τις φωνές, τρέχοντας να ειδοποιήσει τους φρουρούς της πόλης με τη Φλόγα της Ταρ Βάλον στο στήθος. Το χαρτί της Άμερλιν ίσως τον γλίτωνε απ’ αυτούς, αλλά όχι πριν αυτή μάθαινε τι είχε συμβεί. Ακόμα και τώρα υπήρχε η πιθανότητα να καταλήξει πάλι στο Λευκό Πύργο, δίχως αυτό το χαρτί και πιθανότατα χωρίς να του επιτρέπουν την έξοδο από το Παλάτι.
Κατάλαβε, τότε, ότι έπρεπε να συνεχίσει το δρόμο του προς τους μόλους και να ανέβει στο πρώτο πλοίο που θα σάλπαρε, ακόμα κι αν ήταν ένας σάπιος κουβάς γεμάτος χαλασμένα ψάρια, αλλά τα γόνατά του έτρεμαν τόσο δυνατά από την ένταση, που δεν μπορούσε να περπατήσει. Αυτό που ήθελε ήταν να καθίσει κάτω, για ένα λεπτό μονάχα. Μονάχα ένα λεπτό, για να σταματήσει το τρέμουλό τους και μετά θα ξεκινούσε για τους μόλους.
Οι ταβέρνες ήταν πιο κοντά, αλλά αυτός πήγε στο πανδοχείο. Η μεγάλη αίθουσα των πανδοχείων αποτελούσε ένα φιλικό μέρος, στο οποίο θα μπορούσες να καθίσεις για μια στιγμή και να μην ανησυχείς μήπως καραδοκεί κάποιος πίσω σου. Από τα παράθυρα έβγαινε αρκετό φως, που έφτανε για να διαβάσει την ταμπέλα. Είχε μια γυναίκα με τα μαλλιά σε πλεξούδες, που κρατούσε κάτι σαν κλαδί ελιάς, καθώς και τις λέξεις «Η Γυναίκα του Τάντσικο».
31
Η Γυναίκα του Τάντσικο
Η κοινή αίθουσα του πανδοχείου ήταν φωτισμένη καλά και ούτε ένα στα τέσσερα τραπέζια δεν είχε κόσμο τούτη την περασμένη ώρα. Μερικές γυναίκες, με άσπρες ποδιές, πηγαινοέρχονταν ανάμεσα στους άντρες κρατώντας κύπελλα με μπύρα ή κανάτες με κρασί, ενώ ακουγόταν ένα χαμηλό μουρμουρητό, από τις συζητήσεις, χωρίς να σκεπάζει την άρπα που έπαιζε. Οι πελάτες —κάποιοι με την πίπα σφιγμένη στα χείλη, δυο που έσκυβαν πάνω από έναν άβακα παίζοντας μια παρτίδα λίθους― έμοιαζαν να είναι αξιωματικοί από πλοία και μικροέμποροι από ελάσσονες οίκους, αφού τα σακάκια τους ήταν καλοραμμένα, από καλό μαλλί, αλλά χωρίς τα χρυσά, τα ασημένια και τα κεντίδια που θα είχαν άλλοι, πλουσιότεροι. Κι αυτή τη φορά δεν ακούγονταν ζάρια να κροταλίζουν. Στα μακριά τζάκια, στις δύο άκρες της αίθουσας, τριζοβολούσε η φωτιά, αλλά και χωρίς αυτά το μέρος θα είχε μια ζεστή ατμόσφαιρα.