Выбрать главу

Ο αρπιστής ήταν ανεβασμένος σε ένα τραπέζι και απάγγελλε το «Η Μάρα και οι Τρεις Ανόητοι Βασιλιάδες» με ακομπανιαμέντο από την άρπα του. Το όργανό του, που ήταν δουλεμένο με χρυσάφι και ασήμι, ήταν όργανο που ταίριαζε σε παλάτι. Ο Ματ τον ήξερε. Κάποτε είχε σώσει τη ζωή του Ματ.

Ο αρπιστής ήταν ένας λεπτός άντρας, που θα ήταν ψηλός αν δεν καμπούριαζε, ενώ κούτσαινε όταν άλλαζε θέση πάνω στο τραπέζι. Ακόμα κι εδώ μέσα φορούσε το μανδύα του, που ήταν γεμάτη κρεμαστά μπαλώματα σε εκατό χρώματα. Πάντα ήθελε να ξέρουν όλοι ότι ήταν βάρδος. Το μακρύ μουστάκι και τα φουντωτά φρύδια του ήταν κατάλευκα, σαν τα πυκνά μαλλιά του και τα γαλανά μάτια του είχαν ένα λυπημένο βλέμμα καθώς απάγγελλε. Το βλέμμα ήταν ασυνήθιστο, όσο και η παρουσία του. Ο Θομ Μέριλιν που είχε γνωρίσει ο Ματ δεν ήταν ένας θλιμμένος άνθρωπος.

Κάθισε σε ένα τραπέζι, ακούμπησε τα πράγματά του στο πάτωμα, δίπλα στο σκαμνί του και παράγγειλε δύο κύπελλα. Τα μεγάλα, καστανά μάτια της χαριτωμένης σερβιτόρας τον κοίταξαν παιχνιδιάρικα.

«Δύο, νεαρέ αφέντη μου; Δεν φαίνεται τόσο μεγάλος πότης». Η φωνή της είχε ένα ζαβολιάρικο τόνο, στα πρόθυρα του γέλιου.

Έψαξε λιγάκι και έβγαλε από την τσέπη δυο ασημένιες πένες. Η μια έφτανε για το κρασί, αλλά της έδωσε και την άλλη, για τα μάτια της. «Σε λίγο θα έρθει ο φίλος μου».

Ήξερε ότι ο Θομ τον είχε δει. Ο γερο-βάρδος είχε σχεδόν σταματήσει να αφηγείται την ιστορία του, όταν μπήκε μέσα ο Ματ. Κι αυτό, επίσης, ήταν κάτι καινούριο. Ελάχιστα πράγματα ξάφνιαζαν τον Θομ τόσο ώστε να αντιδράσει φανερά και, απ’ όσο ήξερε ο Ματ, μόνο οι Τρόλοκ θα τον έκαναν να σταματήσει μια ιστορία στη μέση. Όταν η κοπέλα του έφερε το κρασί και τα χάλκινα νομίσματα για ρέστα, ο Ματ άφησε απείραχτα τα κασσιτέρινα κύπελλα και κάθισε να ακούσει την υπόλοιπη ιστορία.

«““Ήταν όπως είπαμε ότι θα έπρεπε να είναι”, είπε ο Βασιλιάς Μάντελ, προσπαθώντας να ξεμπλέξει ένα ψαροκόκαλο από τη μακριά γενειάδα του». Η φωνή του Θομ έμοιαζε να αντηχεί μέσα σε μια λαμπρή σάλα, όχι σε μια συνηθισμένη κοινή αίθουσα πανδοχείου. Η άρπα ήχησε την ανοησία των τριών βασιλιάδων. «“Ήταν όπως είπαμε ότι θα είναι”, ανακοίνωσε ο Οράντερ και έπεσε με ένα δυνατό πλατσούρισμα στη λάσπη, επειδή τα πόδια του γλίστρησαν. “Ήταν όπως είπαμε ότι πρέπει να είναι”, ανήγγειλε ο Καντάρ, καθώς έψαχνε την κορώνα του στο ποτάμι, με τα χέρια ως τους αγκώνες μέσα. “Αυτή η γυναίκα δεν ξέρει για τι μιλάει. Αυτή είναι η ανόητη!” Ο Μάντελ και ο Οράντερ συμφώνησαν μαζί του. Και, τότε, το ποτήρι ξεχείλισε για τη Μάρα. “Τους έδωσα όσες ευκαιρίες άξιζαν κι ακόμα περισσότερες”, μουρμούρισε στον εαυτό της. Έχωσε το στέμμα του Καντάρ στο σάκο της μαζί με τα άλλα δυο, ξανανέβηκε στο κάρο της, έδωσε σήμα στη φοράδα πλαταγίζοντας τη γλώσσα και πήγε κατευθείαν στο χωριό της. Κι όταν η Μάρα είπε σε όλους τι είχε συμβεί, ο λαός του Χηπ αποφάσισε να μην έχει καθόλου βασιλιά πια”». Έπαιξε άλλη μια φορά το κύριο μουσικό θέμα της ανοησίας των βασιλιάδων, αυτή τη φορά φτάνοντας σε ένα κρεσέντο που έμοιαζε ακόμα πιο έντονα με γέλιο, υποκλίθηκε βαθιά και παραλίγο να γκρεμοτσακιστεί από το τραπέζι.

Οι θαμώνες γέλασαν και χτύπησαν το πάτωμα με τα πόδια τους, αν και, πιθανότατα, όλοι είχαν ακούσει την ιστορία πολλές φορές και ζήτησαν κι άλλη. Η ιστορία της Μάρα πάντα ήταν δημοφιλής, με εξαίρεση, ίσως, στους βασιλιάδες.

Ο Θομ παραλίγο να ξαναπέσει κατεβαίνοντας από το τραπέζι και το βήμα του ήταν πιο ασταθές απ’ όσο θα περίμενε κανείς, κρίνοντας από το αλύγιστο πόδι του, καθώς πλησίαζε τον Ματ. Ακούμπησε ανέμελα την άρπα στο τραπέζι, σωριάστηκε σε ένα σκαμνί μπροστά από το δεύτερο κύπελλο και κοίταξε ανέκφραστα τον Ματ. Το βλέμμα του πάντα έκοβε σαν ξυράφι, αλλά τώρα δυσκολευόταν να εστιάσει, απ’ ό,τι φαινόταν.

«Το Συνήθη», μουρμούρισε. Η φωνή του και τώρα ακουγόταν βαθιά, αλλά δεν αντηχούσε στους τοίχους. «Η ιστορία είναι εκατό φορές καλύτερη στον Απλό Ρυθμό, χίλιες φορές στον Υψηλό, αλλά αυτοί θέλουν το Συνήθη». Δίχως άλλη λέξη, έχωσε το πρόσωπο στο κρασί του.

Ο Ματ δεν θυμόταν ποτέ να έχει σταματήσει ο Θομ να παίζει άρπα, χωρίς να τη βάλει, αμέσως, στη σκληρή, δερμάτινη θήκη της. Ποτέ δεν τον είχε δει να τον έχει βάλει κάτω το ποτό. Ένιωσε ανακούφιση όταν άκουσε το βάρδο να γκρινιάζει για τους ακροατές του· ο Θομ ποτέ δεν πίστευε ότι τα κριτήριά τους ήταν τόσο αυστηρά όσο τα δικά του. Τουλάχιστον, ένα μέρος του εαυτού του δεν είχε αλλάξει.

Η σερβιτόρα γύρισε πίσω, χωρίς το παιχνιδιάρικο βλέμμα. «Αχ, Θομ», είπε μαλακά και μετά τα έβαλε με τον Ματ. «Αν ήξερα ότι αυτός ήταν ο φίλος που περίμενες, δεν θα σου έφερνα κρασί, ούτε και για εκατό ασημένιες πένες».