«Δεν ήξερα ότι ήταν μεθυσμένος», διαμαρτυρήθηκε ο Ματ.
Αλλά η προσοχή της είχε στραφεί ξανά στον Θομ και η φωνή της ήταν πάλι απαλή. «Θομ, πρέπει να ξεκουραστείς. Αν τους αφήσεις, θα σε κρατήσουν εδώ όλη νύχτα κι όλη μέρα να λες ιστορίες».
Στο άλλο πλευρό του Θομ εμφανίστηκε μια άλλη γυναίκα, τραβώντας την ποδιά και βγάζοντάς την από το κεφάλι της. Ήταν μεγαλύτερη από την πρώτη, αλλά εξίσου χαριτωμένη. Οι δυο τους θα μπορούσαν να είναι αδελφές. «Πάντα έβρισκα ωραία αυτή την ιστορία, Θομ, κι εσύ τη λες πολύ ωραία. Έλα, έβαλα μια θερμοφόρα στο κρεβάτι σου και θα μπορέσεις να μου πεις τα πάντα για την αυλή του Κάεμλυν».
Ο Θομ κοίταξε το κύπελλο, σαν να είχε ξαφνιαστεί βρίσκοντάς το άδειο και μετά φύσηξε τα μακριά μουστάκια του και το βλέμμα του ταξίδεψε από τη μια γυναίκα στην άλλη. «Όμορφη Μάντα. Όμορφη Σάαλ. Σας είπα ποτέ ότι δύο όμορφες γυναίκες με αγάπησαν στη ζωή μου; Οι περισσότεροι άντρες δεν μπορούν να καυχηθούν για κάτι τέτοιο».
«Μας τα είπες όλα, Θομ», είπε λυπημένα η μεγάλη. Η νεότερη αγριοκοίταξε τον Ματ, σαν να ήταν δικό του το φταίξιμο για όλα αυτά.
«Δύο», μουρμούρισε ο Θομ. «Η Μοργκέις ήταν μια νευρική γυναίκα, αλλά εγώ πίστεψα ότι θα μπορούσα να το αγνοήσω κι έτσι καταλήξαμε να θέλει να με σκοτώσει. Την Ντένα τη σκότωσα εγώ. Είναι σαν να τη σκότωσα εγώ. Ίδιο πράγμα είναι. Δύο ευκαιρίες είχα, περισσότερες από τον πιο πολύ κόσμο και τις πέταξα και τις δύο».
«Θα τον προσέχω εγώ», είπε ο Ματ. Τώρα τον αγριοκοίταξαν και η Μάντα και η Σάαλ. Χαμογέλασε όσο πιο γλυκά μπορούσε, αλλά αποτέλεσμα μηδέν. Το στομάχι του γουργούρισε δυνατά. «Μήπως μου μυρίζει κοτόπουλο να ψήνεται; Φέρτε μου τρία-τέσσερα». Οι δύο γυναίκες ανοιγόκλεισαν τα μάτια και κοιτάχτηκαν ξαφνιασμένες όταν ο Ματ πρόσθεσε: «Θέλεις κι εσύ να φας κάτι, Θομ;»
«Θα ήθελα λίγο από αυτό τον εκλεκτό Αντορανό οίνο». Ο βάρδος σήκωσε με ελπίδα το κύπελλό του.
«Δεν έχει άλλο κρασί για σένα απόψε, Θομ». Η μεγάλη θα του έπαιρνε το κύπελλο, αν την άφηνε.
Σχεδόν κόβοντας την πρώτη γυναίκα, η νεότερη είπε, αποφασισμένα και ικετευτικά μαζί: «Φάε λίγο κοτόπουλο, Θομ. Είναι πολύ καλό».
Δεν έφυγαν, παρά μόνο όταν ο βάρδος συμφώνησε να φάει κάτι και φεύγοντας ξεφυσούσαν και αγριοκοίταζαν τον Ματ με τέτοιο τρόπο, που αυτός το μόνο που μπόρεσε να κάνει ήταν να κουνήσει το κεφάλι του. Που να καώ, λες και τον ενθάρρυνα να πιει κι άλλο! Γυναίκες! Αλλά έχουν ωραία μάτια και οι δύο.
«Ο Ραντ είπε ότι ζεις», είπε στον Θομ όταν απομακρύνθηκαν η Μάντα και η Σάαλ. «Η Μουαραίν πάντα έλεγε ότι αυτό πίστευε. Αλλά άκουσα ότι ήσουν στην Καιρχίν και σκόπευες να πας στο Δάκρυ».
«Ο Ραντ, λοιπόν, είναι ακόμα καλά;» Το βλέμμα του Θομ ήταν τώρα κοφτερό, σχεδόν όσο το θυμόταν ο Ματ. «Δεν ξέρω αν περίμενα κάτι τέτοιο. Η Μουαραίν είναι ακόμα μαζί του; Καλή γυναίκα. Καλή γυναίκα, αρκεί να μην ήταν Άες Σεντάι. Αν μπλέξεις με δαύτες, θα την πατήσεις πολύ άσχημα».
«Γιατί σκεφτόσουν ότι ο Ραντ δεν θα ήταν καλά;» ρώτησε ο Ματ επιφυλακτικά. «Ξέρεις για κάτι που μπορεί να τον βλάψει;»
«Αν ξέρω; Δεν ξέρω τίποτα, μικρέ. Μπορεί να έχω περισσότερες υποψίες απ’ ό,τι είναι υγιεινό για μένα, αλλά δεν ξέρω τίποτα».
Ο Ματ παράτησε αυτή την κουβέντα. Ας μη δώσω βάση στις υποψίες του. Δεν χρειάζεται να μάθει ότι εγώ ξέρω περισσότερα απ’ ό,τι είναι καλό για την υγεία μου.
Η μεγαλύτερη από τις δύο γυναίκες —ο Θομ την είχε αποκαλέσει Μάντα― ξανάρθε, κρατώντας τρία κοτόπουλα με τραγανή, ροδοψημένη πέτσα. Κοίταξε ανήσυχα τον Θομ και προειδοποιητικά τον Ματ και ξανάφυγε. Ο Ματ ξεκόλλησε ένα μπούτι και άρχισε να τρώει, καθώς μιλούσαν. Ο Θομ κοίταζε κατσούφικα το κρασί του και δεν έριξε ούτε μια ματιά στο φαγητό.
«Τι γυρεύεις εδώ, στην Ταρ Βάλον, Θομ; Είναι το τελευταίο μέρος που περίμενα να σε συναντήσω, με τη γνώμη που έχεις για τις Άες Σεντάι. Άκουσα ότι έβγαζες λεφτά στην Καιρχίν».
«Στην Καιρχίν», μουρμούρισε ο παλιός βάρδος και το βλέμμα του έχασαν πάλι τη ζωηράδα του. «Μπαίνεις σε τόσους μπελάδες όταν σκοτώσεις κάποιον, ακόμα κι αν του αξίζει ο θάνατος». Έκανε μια επιδεικτική χειρονομία και βρέθηκε να κρατά ένα μαχαίρι. Ο Θομ πάντα έκρυβε πάνω του μαχαίρια. Μπορεί να ήταν μεθυσμένος, αλλά κρατούσε τη λεπίδα με σίγουρο χέρι. «Σκοτώνεις έναν που του πρέπει ο θάνατος και καμιά φορά τον πληρώνουν άλλοι. Το ερώτημα είναι, άξιζε να γίνει, παρ’ όλα αυτά; Υπάρχει πάντα μια ισορροπία, ξέρεις. Καλό και κακό. Φως και Σκιά. Δεν θα ήμασταν άνθρωποι, αν δεν υπήρχε ισορροπία».
«Κρύψ’ το αυτό», μούγκρισε ο Ματ καθώς μασούσε. «Δεν θέλω να μιλήσω για σκοτωμούς». Φως μου, εκείνος ο τύπος ακόμα κείτεται έξω, στο δρόμο. Που να καώ, κανονικά τώρα θα έπρεπε να είχα μπαρκάρει. «Απλώς ρώτησα τι κάνεις στην Ταρ Βάλον. Αν αναγκάστηκες να φύγεις από την Καιρχίν επειδή σκότωσες κάποιον, δεν θέλω να ξέρω γι’ αυτό. Μα το αίμα και τις στάχτες, αν δεν μπορείς να αφήσεις το κρασί κατά μέρος και να μιλήσεις λογικά, θα φύγω τώρα αμέσως».