Ο Θομ έκανε το μαχαίρι να εξαφανιστεί με ένα ξινό βλέμμα. «Γιατί είμαι στην Ταρ Βάλον; Είμαι εδώ επειδή είναι το χειρότερο μέρος που θα μπορούσα να βρεθώ, με εξαίρεση, ίσως, το Κάεμλυν. Αυτό μου αξίζει, μικρέ. Μερικές Κόκκινες Άτζα με θυμούνται ακόμη. Τις προάλλες, είδα την Ελάιντα στο δρόμο. Αν ήξερε ότι είμαι εδώ, θα μου έγδερνε το τομάρι λουρίδα-λουρίδα και μετά θα σταματούσε τις ευγένειες».
«Δεν σε ήξερα ποτέ να κλαίγεσαι για τον εαυτό σου», είπε αηδιασμένος ο Ματ. «Θέλεις να πνιγείς στο κρασί;»
«Τι ξέρεις εσύ απ’ αυτά, μικρέ;» γάβγισε ο Θομ. «Άσε να περάσουν μερικά χρόνια ακόμα, δες λίγο τι είναι η ζωή, αγάπησε, αν θες, μια-δυο γυναίκες και τότε θα καταλάβεις. Ίσως καταλάβεις, αν έχεις έστω και λίγο μυαλό. Ε, μα! Θέλεις να μάθεις τι κάνω στην Ταρ Βάλον; Εσύ τι κάνεις στην Ταρ Βάλον; Θυμάμαι που έτρεμαν τα γόνατά σου όταν έμαθες ότι η Μουαραίν είναι Άες Σεντάι. Ήσουν έτοιμος να τα κάνεις πάνω σου, κάθε φορά που κάποιος ανέφερε τη Δύναμη. Τι κάνεις στην Ταρ Βάλον, που είναι πήχτρα στις Άες Σεντάι;»
«Φεύγω από την Ταρ Βάλον. Να τι κάνω εδώ. Φεύγω!» Ο Ματ έκανε μια γκριμάτσα. Ο βάρδος του είχε σώσει τη ζωή, ίσως και κάτι παραπάνω. Το θέμα είχε να κάνει με έναν Ξέθωρο. Γι’ αυτό είχε πρόβλημα το δεξί πόδι του Θομ. Στο πλοίο δεν θα έχουν αρκετό κρασί για να είναι συνεχώς τόσο μεθυσμένος. «Θομ, πάω στο Κάεμλυν. Αν για κάποιο λόγο θέλεις να ρισκάρεις το ξεροκέφαλό σου, τι θα έλεγες να έρθεις μαζί μου;»
«Στο Κάεμλυν;» είπε ο Θομ μελαγχολικά.
«Στο Κάεμλυν, Θομ. Μάλλον, κάποια στιγμή, η Ελάιντα θα πάει ξανά εκεί, άρα θα έχεις την αγωνία της. Κι απ’ ό,τι θυμάμαι, αν σε πιάσει στα χέρια της η Μοργκέις, θα ευχηθείς να σε είχε προλάβει η Ελάιντα».
«Στο Κάεμλυν. Μάλιστα. Το Κάεμλυν θα πήγαινε γάντι στη διάθεση μου». Ο βάρδος κοίταξε την πιατέλα με τα κοτόπουλα και τινάχτηκε. «Τι τα έκανες, μικρέ; Τα έκρυψες στο μανίκι σου;» Από τα τρία κοτόπουλα δεν είχε μείνει τίποτα, εκτός από τα κόκαλα και κάτι μικρά κομμάτια κρέας.
«Καμιά φορά με πιάνει τρομερή πείνα», μουρμούρισε ο Ματ. Έβαλε τα δυνατά του για να μη γλείψει τα δάχτυλά του. «Θα έρθεις μαζί μου, ή όχι;»
«Ε, θα έρθω, μικρέ». Όταν ο Θομ σηκώθηκε όρθιος, δεν φαινόταν να παραπατά, όπως πριν. «Περίμενε εδώ —κοίτα μη φας και το τραπέζι― μέχρι να πάρω τα πράγματά μου και να αποχαιρετήσω τον κόσμο». Έφυγε κουτσαίνοντας, χωρίς να τρεκλίσει ούτε μια φορά.
Ο Ματ ήπιε μερικές γουλιές κρασί και ροκάνισε λίγο κρέας που είχε απομείνει στα κόκαλα των κοτόπουλων, ενώ αναρωτιόταν αν θα προλάβαινε να παραγγείλει άλλο ένα, αλλά ο Θομ δεν άργησε να έρθει. Η άρπα και το φλάουτό του, στις δερμάτινες θήκες τους, κρέμονταν στην πλάτη του, μαζί με μια κουβέρτα τυλιγμένη σε ρολό. Είχε ένα απλό ραβδί πεζοπόρου, ψηλό όσο κι ο ίδιος. Οι δύο σερβιτόρες τον ακολουθούσαν στο πλευρό του, δεξιά κι αριστερά του. Ο Ματ συμπέρανε ότι ήταν αδελφές. Τα πανομοιότυπα καστανά μάτια κοίταξαν το βάρδο με πανομοιότυπη έκφραση. Ο Θομ φίλησε πρώτα τη Σάαλ, έπειτα τη Μάντα και μετά χάιδεψε τα μάγουλά τους καθώς πήγαινε προς την πόρτα, κάνοντας στον Ματ νόημα να ακολουθήσει. Βγήκε έξω, πριν ο Ματ προφτάσει να μαζέψει τα πράγματά του και πάρει τη ράβδο του.
Η νεότερη, η Σάαλ, σταμάτησε τον Ματ, καθώς αυτός έφτανε στην πόρτα. «Ό,τι κι αν του είπες, σε συγχωρώ για το κρασί, ακόμα κι αν τα λόγια σου τον έκαναν να φύγει. Βδομάδες έχω να τον δω τόσο ζωντανό». Του έβαλε κάτι στο χέρι κι όταν αυτός το κοίταξε, τα μάτια του γούρλωσαν μπερδεμένα. Του είχε δώσει ένα ασημένιο μάρκο της Ταρ Βάλον. «Γι’ αυτό που είπες, ό,τι κι αν ήταν. Επίσης, αυτή που σε ταΐζει δεν κάνει καλή δουλειά, αλλά έχεις ωραία μάτια, πάντως». Γέλασε με την έκφρασή του.
Κι ο Ματ γελούσε, χωρίς να το συνειδητοποιεί, καθώς έβγαινε στο δρόμο, αφήνοντας το ασημένιο κέρμα να κυλά στις ράχες των δαχτύλων του. Α, έχω ωραία μάτια, ε; Το γέλιο του κόπηκε, σαν την τελευταία σταγόνα σε κρασοβάρελο· ο Θομ ήταν εκεί, αλλά το πτώμα όχι. Τα παράθυρα των πανδοχείων πιο πέρα, στο δρόμο, έριχναν αρκετό φως στο καλντερίμι και ο Ματ ήταν βέβαιος γι’ αυτό. Η φρουρά της πόλης δεν θα είχε πάρει το πτώμα χωρίς να κάνει ερωτήσεις σ’ αυτά τα πανδοχεία, όπως επίσης και στη Γυναίκα του Τάντσικο.
«Τι κοιτάς, μικρέ;» ρώτησε ο Θομ. «Δεν έχει Τρόλοκ σ’ αυτές τις σκιές».
«Ελαφροπόδαροι», μουρμούρισε ο Ματ. «Έλεγα μήπως έχει ελαφροπόδαρους».
«Ούτε κλέφτες και μπράβοι υπάρχουν στην Ταρ Βάλον, μικρέ. Όταν οι φρουροί πιάνουν έναν ελαφροπόδαρο —δεν είναι πολλοί που δοκιμάζουν αυτό το παιχνίδι εδώ πέρα· τα νέα μαθεύονται― τον κουβαλάνε στον Πύργο και ό,τι κι αν είναι αυτό που του κάνουν οι Άες Σεντάι, ο φιλαράκος την άλλη μέρα φεύγει από την Ταρ Βάλον με μάτια γουρλωμένα, σαν κοπέλα που την έχουν τσιμπήσει εκεί που δεν το περιμένει. Απ’ ό,τι ξέρω, είναι ακόμα πιο σκληρές με τις γυναίκες τις οποίες πιάνουν να κλέβουν. Όχι, ο μόνος τρόπος για να σου κλέψουν τα λεφτά εδώ είναι αν σου πουλήσει κάποιος γυαλισμένο μπρούτζο για χρυσάφι, ή αν παίζει με φτιαγμένα ζάρια. Δεν υπάρχουν ελαφροπόδαροι».