Ο Ματ έκανε στροφή επιτόπου και πέρασε με μεγάλα βήματα δίπλα από τον Θομ, με κατεύθυνση το λιμάνι, ενώ η ράβδος του χτυπούσε το καλντερίμι, λες και, σπρώχνοντας, θα προχωρούσε πιο γρήγορα. «Θα ανέβουμε στο πρώτο πλοίο που θα σαλπάρει, όποιο κι αν είναι. Στο πρώτο, Θομ».
Το ραβδί του Θομ ακουγόταν στο καλντερίμι πίσω του. «Για σιγά, μικρέ. Τι βιάζεσαι; Από πλοία άλλο τίποτα και σαλπάρουν νύχτα-μέρα. Για σιγά. Δεν υπάρχουν ελαφροπόδαροι».
«Το πρώτο πλοίο, που να καώ, Θομ! Έστω κι αν βουλιάζει, εμείς θα ανέβουμε!» Αν δεν ήταν ελαφροπόδαροι, τότε τι; Σίγουρα θα ήταν κλέφτες. Τι άλλο μπορεί να ήταν;
32
Το Πρώτο Πλοίο
Το Νότιο Λιμάνι, ο μεγάλος κόλπος που είχε κατασκευαστεί από τους Ογκιρανούς, ήταν πελώριο και στρογγυλό, ενώ το κύκλωναν πελώρια τείχη, φτιαγμένα από την ίδια λευκή πέτρα με τις ασημένιες φλέβες που είχε και η υπόλοιπη Ταρ Βάλον. Μια μακριά αποβάθρα, στεγασμένη κατά το μεγαλύτερο μέρος της, το ακολουθούσε σε όλη την καμπύλη του, με εξαίρεση τα σημεία όπου οι μεγάλοι υδατοφράκτες στέκονταν ανοιχτοί για να υπάρχει πρόσβαση στο ποτάμι. Πλοία κάθε μεγέθους γέμιζαν την αποβάθρα, δεμένα από την πρύμνη τα περισσότερα και παρά την ώρα, λιμενεργάτες με τραχιά, αμάνικα πουκάμισα έτρεχαν ολόγυρα, φορτώνοντας και ξεφορτώνοντας δεμάτια και κουτιά, κιβώτια και βαρέλια, με σκοινιά και γερανούς, ή παίρνοντάς τα στην πλάτη. Φανάρια, που κρέμονταν από τα δοκάρια της στέγης, φώτιζαν τις προβλήτες και σχημάτιζαν ένα δαχτυλίδι φωτός στα μαύρα νερά στο κέντρο του λιμανιού. Μικρές βάρκες έσχιζαν το νερό στο σκοτάδι και τα τετράγωνα φανάρια τους, στα ψηλά ποδόσταμα, τις έκαναν να μοιάζουν με πυγολαμπίδες που τριγυρνούσαν στο λιμάνι. Εντούτοις, ήταν μικρές μόνο αν τις σύγκρινες με τα πλοία· κάποιες είχαν ακόμα και έξι ζευγάρια μακριά κουπιά.
Όταν ο Ματ οδήγησε τον Θομ, που ακόμα μουρμούριζε, κάτω από μια αψίδα από γυαλισμένη κοκκινόπετρα και πέρασαν τα πλατιά σκαλιά που οδηγούσαν στην προκυμαία, οι ναύτες ενός τρικάταρτου πλοίου έλυναν τα σκοινιά, ούτε είκοσι βήματα παραπέρα. Το σκάφος ήταν μεγαλύτερο από τα περισσότερα που έβλεπε εκεί ο Ματ, μεταξύ δεκαπέντε και είκοσι απλωσιών από την κοφτή πλώρη ως την τετραγωνισμένη πρύμνη, με επίπεδο κατάστρωμα με κουπαστή, το οποίο ήταν σχεδόν στο ίδιο ύψος με την αποβάθρα. Το σημαντικό ήταν ότι ξεκινούσε. Το πρώτο πλοίο που σαλπάρει.
Ένας γκριζομάλλης ανέβηκε την προκυμαία: τα τρία σιρίτια από κανναβόσκοινο, που ήταν ραμμένα στα μανίκια του σκούρου σακακιού του, έδειχναν ότι ήταν ένας από τους υπεύθυνους του λιμανιού. Οι φαρδιοί ώμοι του άφηναν να εννοηθεί ότι μπορεί να είχε αρχίσει σαν λιμενεργάτης, που κουβαλούσε κουλούρες με σκοινί, αντί να τα φορά. Έριξε μια αδιάφορη ματιά προς τον Ματ και μετά σταμάτησε, με την έκπληξη να διαγράφεται στο σκληρό πρόσωπό του. «Τα μπαγκάζια σου λένε τι σχεδιάζεις, παλικάρι μου, αλλά καλύτερα να το ξεχάσεις. Η αδελφή μου έδειξε ένα σκίτσο σου. Δεν θα μπεις σε κανένα πλοίο εδώ, στο Νότιο Λιμάνι, παλικάρι μου. Γύρνα κι ανέβα εκείνα τα σκαλιά, για να μη χρειαστεί να βάλω άνθρωπό μου να σε παρακολουθεί».
«Τι στο Φως...;» μουρμούρισε ο Θομ.
«Όλα αυτά άλλαξαν», είπε σταθερά ο Ματ. Το πλοίο έριχνε το τελευταίο σκοινί· τα διπλωμένα, τριγωνικά πανιά σχημάτιζαν χλωμούς όγκους στις μακριές, γερτές δοκούς, ενώ οι ναύτες ετοίμαζαν τα κουπιά. Έβγαλε το έγγραφο της Άμερλιν από το θύλακό του και το κόλλησε στο πρόσωπο του αξιωματικού. «Όπως μπορείς να δεις, ταξιδεύω για υπόθεση του Πύργου, κατόπιν διαταγής της ίδιας της Έδρας της Άμερλιν. Και πρέπει να φύγω με αυτό ακριβώς το σκάφος εδώ πέρα».
Ο αξιωματικός διάβασε το χαρτί κι ύστερα το ξαναδιάβασε. «Πρώτη φορά βλέπω τέτοιο πράγμα στη ζωή μου. Γιατί να πει ο Πύργος ότι δεν μπορείς να φύγεις και μετά να σου δώσει... αυτό το χαρτί;»
«Ρώτα την Άμερλιν, αν θέλεις», του είπε ο Ματ με μια κουρασμένη φωνή, που έλεγε ότι αποκλείεται να ήταν κανείς τόσο βλάκας ώστε να κάνει κάτι τέτοιο, «αλλά θα μου αργάσει το τομάρι, καθώς και το δικό σου, αν δεν φύγω με αυτό το πλοίο».
«Δεν θα προλάβεις», είπε ο αξιωματικός, αλλά έβαλε τα χέρια σαν χωνί στο στόμα. «Ε, εσείς, από τον Γκρίζο Γλάρο! Σταματήστε! Που να σας κάψει το Φως, σταματήστε!»