Ο άνθρωπος στο τιμόνι, που ήταν γυμνός από τη μέση και πάνω, κοίταξε πίσω και μετά μίλησε σε έναν ψηλό τύπο δίπλα του, με σκούρο σακάκι και φουσκωτά μανίκια. Ο ψηλός δεν τράβηξε το βλέμμα από τους ναύτες, που μόλις είχαν κατεβάσει τα κουπιά στο νερό. «Όλοι μαζί», φώναξε και τα κουπιά γέμισαν τα νερά αφρούς.
«Θα τα καταφέρω», ξέσπασε ο Ματ. Το πρώτο πλοίο είπα και το πρώτο πλοίο εννοούσα! «Έλα, Θομ!»
Δίχως να περιμένει για να δει αν ο βάρδος τον ακολουθούσε, έτρεξε στην αποβάθρα, αποφεύγοντας ανθρώπους και καροτσάκια γεμάτα εμπορεύματα. Το χάσμα μεταξύ της πρύμνης του Γκρίζου Γλάρου και της αποβάθρας πλάταινε, καθώς τα κουπιά χώνονταν πιο βαθιά στο νερό. Σήκωσε τη ράβδο του και την πέταξε στο πλοίο, σαν ακόντιο, έκανε άλλο ένα βήμα και πήδηξε όσο πιο δυνατά μπορούσε.
Τα σκοτεινά νερά που φάνηκαν κάτω από τα πόδια του έμοιαζαν παγωμένα, αλλά μέσα σε μια στιγμή είχε περάσει πάνω από την κουπαστή και είχε πέσει κουτρουβαλώντας στο κατάστρωμα. Καθώς σηκωνόταν όρθιος, άκουσε πίσω του ένα μουγκρητό και μια βλαστήμια.
Ο Θομ Μέριλιν σκαρφάλωσε την κουπαστή με άλλη μια βλαστήμια, τη δρασκέλισε και βρέθηκε στο κατάστρωμα. «Έχασα το ραβδί μου», μουρμούρισε. «Θα χρειαστώ άλλο». Τρίβοντας το δεξί του πόδι, κοίταξε τη λωρίδα του νερού που φάρδαινε πίσω από το πλοίο και ανατρίχιασε. «Έκανα μια φορά μπάνιο σήμερα». Ο δίχως πουκάμισο τιμονιέρης κοίταζε με γουρλωμένα μάτια μια τον Θομ και μια τον Ματ και έσφιγγε το τιμόνι του, σαν να αναρωτιόταν αν θα τον προστάτευε από τους τρελούς.
Ο ψηλός φαινόταν κι αυτός σαστισμένος. Τα ανοιχτογάλανα μάτια του είχαν γουρλώσει και το στόμα του, για μια στιγμή, ανοιγόκλεισε χωρίς να βγάλει ήχο. Η μυτερή, μαύρη γενειάδα του έμοιαζε να τρέμει από οργή και το στενό πρόσωπό του είχε μπλαβίσει. «Μα την Πέτρα!» μούγκρισε τελικά. «Τι σημαίνει αυτό; Στο πλοίο δεν έχω χώρο ούτε για γάτα, αλλά και να είχα, δεν παίρνω αλήτες, που πηδάνε στο κατάστρωμα. Σάνορ! Βάσα! Ρίξτε τα σκουπίδια από την κουπαστή!» Δύο εξαιρετικά μεγαλόσωμοι άντρες, ξυπόλυτοι και γυμνοί από τη μέση και πάνω, παράτησαν τις κουλούρες των σκοινιών και πήγαν στην πρύμη. Οι κωπηλάτες συνέχισαν τη δουλειά τους: έσκυβαν για να σηκώσουν τα βαριά κουπιά, περπατούσαν τρία βήματα στο κατάστρωμα και μετά ορθώνονταν και περπατούσαν προς τα πίσω, ωθώντας το πλοίο μπροστά.
Ο Ματ κούνησε το έγγραφο της Άμερλιν μπροστά στο γενειοφόρο άντρα —μάλλον θα ήταν ο καπετάνιος― με το ένα χέρι και με το άλλο ψάρεψε μια χρυσή κορώνα από το θύλακό του, φροντίζοντας, παρά τη βιασύνη του, να δει ο άλλος ότι είχε κι άλλα χρήματα. Του πέταξε το βαρύ νόμισμα και μίλησε γρήγορα, κουνώντας ακόμα το χαρτί. «Για την ενόχληση που προκαλέσαμε με τον τρόπο που επιβιβαστήκαμε, καπετάνιε. Χώρια τα ναύλα μας. Πάμε για δουλειές του Λευκού Πύργου. Προσωπική διαταγή της Έδρας της Άμερλιν. Είναι απόλυτη ανάγκη να σαλπάρουμε αμέσως. Προς το Αρινγκίλ, στο Άντορ. Κατεπείγουσα ανάγκη. Οι ευλογίες του Λευκού Πύργου σε όσους μας βοηθήσουν η οργή του Πύργου σε όσους μας φέρουν εμπόδια».
Βέβαιος ότι ο άλλος είχε προλάβει να δει τη σφραγίδα με τη Φλόγα της Ταρ Βάλον —μόνο αυτή και όχι κάτι περισσότερο, έλπισε ο Ματ― δίπλωσε ξανά το χαρτί και το έκρυψε. Κοιτάζοντας ανήσυχα τους δύο γεροδεμένους άντρες, που πήγαν και στάθηκαν δεξιά κι αριστερά του καπετάνιου -που να καώ, τα μπράτσα τους είναι σαν τον Πέριν!― ευχήθηκε να είχε στο χέρι τη ράβδο του. Την είδε να κείτεται στο σημείο όπου είχε πέσει, πιο πέρα στο κατάστρωμα. Προσπάθησε να πάρει ένα ύφος σιγουριάς και αυτοπεποίθησης, να μοιάσει άντρας με τον οποίο δεν τα βάζει κανείς αψήφιστα, άντρας με τη δύναμη του Λευκού Πύργου πίσω του. Πολύ πίσω μου, ελπίζω.
Ο καπετάνιος κοίταξε με αμφιβολία τον Ματ και με ακόμα περισσότερη τον Θομ, με το μανδύα βάρδου και το ασταθές περπάτημα, αλλά έκανε νόημα στον Σάνορ και τον Βάσα να σταθούν εκεί που ήταν. «Δεν θέλω να θυμώσει ο Πύργος. Που να καεί η ψυχή μου, αυτό τον καιρό το εμπόριο στο ποτάμι με φέρνει από το Δάκρυ σε αυτό το άντρο των... Έρχομαι τόσο συχνά, που δεν με συμφέρει να εξοργίσω... κανέναν». Ένα ζορισμένο χαμόγελο φάνηκε στο πρόσωπό του. «Αλλά είπα την αλήθεια! Μα την Πέτρα, έτσι είναι! Έχω έξι καμπίνες για επιβάτες κι είναι όλες γεμάτες. Μπορείτε να κοιμάστε στο κατάστρωμα και να τρώτε μαζί με το πλήρωμα, για άλλη μια χρυσή κορώνα. Ο καθένας».
«Αυτό είναι εξωφρενικό!» ξέσπασε ο Θομ. «Δεν με νοιάζει τι γίνεται με τον πόλεμο κατάντη, αυτό είναι εξωφρενικό!» Οι δύο γεροδεμένοι ναύτες σάλεψαν στα πόδια τους.
«Αυτή είναι η τιμή», είπε τελεσίδικα ο καπετάνιος. «Δεν θέλω να θυμώσω κανέναν, αλλά θα προτιμούσα να μην μπλέξω με τις δουλειές που σας έφεραν στο πλοίο μου. Τώρα, αν ο άλλος πληρώνει για να σε λούσουν με καυτή πίσσα ― τέτοιες δουλειές δεν τις θέλω. Θα πληρώσετε όσο κάνει, αλλιώς θα σας πετάξω από την κουπαστή κι σας έρθει να σας στεγνώσει η ίδια η Έδρα της Άμερλιν. Κι αυτό θα το κρατήσω για τον μπελά που μου βάλατε κι ευχαριστώ πολύ». Έχωσε τη χρυσή κορώνα που του είχε πετάξει ο Ματ στην τσέπη του σακακιού του, με τα φουσκωτά μανίκια.