Выбрать главу

«Πόσο κάνει μια καμπίνα;» ρώτησε ο Ματ. «Για εμάς. Βάλε τον επιβάτη μαζί με κάποιον άλλο». Δεν ήθελε να κοιμηθεί έξω, στην κρύα νύχτα. Αν δεν πάρεις από την αρχή τον αέρα αυτού τον ανθρώπου, θα σου κλέψει το παντελόνι και θα πει ότι σου κάνει και χάρη. Το στομάχι του γουργούρισε δυνατά. «Επίσης, θα τρώμε ό,τι τρως κι εσύ, όχι με το πλήρωμα. Και μπόλικο φαΐ!»

«Ματ», είπε ο Θομ, «νόμιζα ότι εγώ είμαι ο μεθυσμένος». Στράφηκε προς τον καπετάνιο, ανεμίζοντας τον όλο μπαλώματα μανδύα του όσο πιο επιδεικτικά μπορούσε, με την κουβέρτα και τις θήκες των οργάνων κρεμασμένες πάνω του. «Όπως, ίσως, πρόσεξες, καπετάνιε, είμαι βάρδος». Ακόμα και στον ανοιχτό χώρο, η φωνή του έμοιαζε να κάνει αντίλαλο. «Για το αντίτιμο των ναύλων μας, με μεγάλη χαρά θα δεχόμουν να ψυχαγωγήσω τους επιβάτες και το πλήρωμά σου —»

«Το πλήρωμα ήρθε στο καράβι για να δουλέψει, όχι για να το ρίξει έξω». Ο καπετάνιος χάιδεψε το μυτερό γένι του· τα ανοιχτόχρωμα μάτια του κοστολόγησαν μέχρι τελευταίου χάλκινου νομίσματος το απλό σακάκι του Ματ. «Θέλετε καμπίνα, έτσι δεν είναι;» Άφησε ένα ξερό γέλιο. «Και το φαγητό μου, έτσι δεν είναι; Ε, λοιπόν, η καμπίνα μου και το φαγητό μου είναι δικό σας. Για πέντε χρυσές κορώνες από τον καθένα σας! Αντορανού βάρους!» Αυτές ήταν οι βαρύτερες. Άρχισε να γελά, τόσο δυνατά που τα λόγια του ακούγονταν σαν ανάσα ασθματικού. Πλάι του, ο Σάνορ και ο Βάσα χαμογελούσαν πλατιά. «Για δέκα κορώνες, μπορείτε να πάρετε την καμπίνα μου και το φαγητό μου κι εγώ θα πάω με τους επιβάτες και θα τρώω με το πλήρωμα. Που να καεί η ψυχή μου, αυτό θα κάνω! Μα την Πέτρα, το ορκίζομαι! Για δέκα χρυσές κορώνες...» Το γέλιο του έπνιξε κάθε άλλο ήχο.

Ακόμα γελούσε και πάσχιζε να ξαναβρεί την ανάσα του και σκούπιζε δάκρυα από τα μάτια του, όταν ο Ματ έβγαλε το ένα από τα δύο πουγκιά του. Το γέλιο του, όμως, κόπηκε όταν ο Ματ άρχισε να μετρά πέντε κορώνες στα χέρια του. Ο καπετάνιος ανοιγόκλεισε τα μάτια, χωρίς να πιστεύει αυτό που έβλεπε· οι δύο μεγαλόσωμοι ναύτες είχαν μείνει έκθαμβοι.

«Αντορανού βάρους, είπες;» ρώτησε ο Ματ. Ήταν δύσκολο να κρίνει κανείς χωρίς ζυγαριά, αλλά έβαλε άλλες εφτά στο σωρό. Οι δύο ήταν, πράγματι, Αντορανές και του φάνηκε ότι οι υπόλοιπες αντιστάθμιζαν το βάρος που έλειπε. Στο περίπου είναι εντάξει γι’ αυτό το φιλαράκο. Έπειτα από μια παύση, πρόσθεσε δύο Δακρινές χρυσές κορώνες. «Για τους ανθρώπους που θα βγάλεις από την καμπίνα, την οποία πλήρωσαν». Δεν φανταζόταν ότι οι άλλοι επιβάτες θα έβλεπαν έστω κι ένα χάλκινο κέρμα απ’ αυτά τα λεφτά, αλλά μερικές φορές ήταν καλό να φαίνεσαι γαλαντόμος. «Εκτός αν σκοπεύεις να τη μοιραστείς μαζί τους. Όχι, βέβαια. Να μη στριμωχτούν μαζί με τους άλλους, χωρίς κάτι σε ανταπόδοση. Κι εσύ, καπετάνιε, δεν χρειάζεται να τρως με το πλήρωμά σου. Είσαι ευπρόσδεκτος να τρως μαζί με εμάς, στην καμπίνα σου». Τόσο ο Θομ όσο και οι άλλοι τον αγριοκοίταξαν.

«Μήπως είσαι...;» Η φωνή του γενειοφόρου ήταν ένας βραχνός ψίθυρος. «Μήπως... κατά τύχη... είσαι ένας μεταμφιεσμένος νεαρός άρχοντας;»

«Δεν είμαι άρχοντας». Ο Ματ γέλασε. Δεν γελούσε χωρίς λόγο. Τώρα, ο Γκρίζος Γλάρος είχε χωθεί για τα καλά στη σκοτεινιά του λιμανιού και η αποβάθρα ήταν ένα δαχτυλίδι φωτός, που έδειχνε το μαύρο χάσμα σε μικρή απόσταση μπροστά τους, όπου οι υδατοφράκτες άνοιγαν δρόμο προς το ποτάμι. Ήδη, οι ναύτες γυρνούσαν τις μακριές, γερτές δοκούς, καθώς ετοιμάζονταν να απλώσουν τα πανιά. Και με το χρυσάφι στα χέρια του, ο καπετάνιος δεν φαινόταν διατεθειμένος να πετάξει κανέναν από το πλοίο. «Αν δεν σε πειράζει, καπετάνιο, θα μπορούσαμε να δούμε την καμπίνα μας; Εννοώ την καμπίνα σου. Είναι αργά κι εγώ, προσωπικά, θα ήθελα να κοιμηθώ λίγες ώρες». Το στομάχι του γουργούρισε. «Και να φάω!»

Καθώς το πλοίο γύριζε την πλώρη προς το σκοτάδι, ο γενειοφόρος τους οδήγησε, από μια σκάλα, σε έναν κοντό, στενό διάδρομο γεμάτο πόρτες, που ήταν κοντά η μια στην άλλη. Ενώ ο καπετάνιος έπαιρνε τα πράγματά του από την καμπίνα ―καταλάμβανε όλο το πλάτος της πρύμνης και όλα τα έπιπλα ήταν εντοιχισμένα, με εξαίρεση δύο καρέκλες και μερικά σεντούκια― και τους βοηθούσε να βολευτούν, ο Ματ έμαθε πολλά, με πρώτο το γεγονός ότι ο άλλος δεν θα έδιωχνε κανέναν επιβάτη από την καμπίνα του. Σεβόταν, αν όχι και τους επιβάτες, τουλάχιστον τα χρήματα που είχαν πληρώσει και δεν θα έκανε τέτοιο πράγμα. Ο καπετάνιος θα έπαιρνε την καμπίνα του υποπλοίαρχου, ο υποπλοίαρχος το κρεβάτι του αμέσως κατώτερού του κι όλοι θα μετακινούνταν προς τα κάτω, ώσπου ο υπεύθυνος καταστρώματος θα κατέληγε να κοιμηθεί στην πλώρη, μαζί με τους ναύτες.