Выбрать главу

Ο Ματ δεν έβρισκε ιδιαίτερα χρήσιμες αυτές τις πληροφορίες, αλλά άκουγε ό,τι του έλεγε ο άλλος. Πάντα ήταν καλό να ξέρεις όχι μόνο πού πηγαίνεις, αλλά και με ποιους έχεις να κάνεις, αλλιώς μπορεί να σου πάρουν το σακάκι και τις μπότες και να σε αφήσουν να γυρίσεις σπίτι ξυπόλητος, μέσα στη βροχή.

Ο καπετάνιος ήταν ένας Δακρινός ονόματι Χούαν Μάλια κι όταν ικανοποιήθηκε απ’ αυτά που έμαθε για τον Ματ και τον Θομ, η γλώσσα του άρχισε να πηγαίνει ροδάνι. Μπορεί να μην είχε γεννηθεί αριστοκράτης, είπε, αλλά δεν θα άφηνε κανέναν να τον περάσει για βλάκα. Ένας νεαρός με περισσότερο χρυσάφι απ’ όσο δικαιούνταν να έχει κάποιος της ηλικίας του, μπορεί να ήταν κλέφτης, αλλά όλοι ήξεραν ότι οι κλέφτες ποτέ δεν κατόρθωναν να το σκάσουν από την Ταρ Βάλον με τα λάφυρά τους. Ένας νεαρός με ρούχα αγροτόπαιδου, αλλά με τον αέρα και τη σιγουριά άρχοντα, παρ’ όλο που αρνούνταν ότι ήταν αριστοκράτης — «Μα την Πέτρα, δεν λέω ότι είσαι, αφού λες ότι δεν είσαι». Ο Μάλια έκλεισε πονηρά το μάτι και τράβηξε την άκρη της γενειάδας του. Ένας νεαρός, που κουβαλούσε πάνω του έγγραφο με τη σφραγίδα της Έδρας της Άμερλιν και κατευθυνόταν προς το Άντορ. Δεν ήταν μυστικό το γεγονός ότι η Βασίλισσα Μοργκέις είχε επισκεφτεί την Ταρ Βάλον, αν και, βέβαια, δεν έγινε γνωστός ο λόγος. Για τον Μάλια ήταν φως φανάρι ότι κάτι έτρεχε μεταξύ Κάεμλυν και Ταρ Βάλον. Και ότι ο Ματ και ο Θομ ήταν αγγελιοφόροι ― για τη Μοργκέις, κρίνοντας από την προφορά του Ματ. Μετά χαράς θα έκανε ό,τι μπορούσε για να συνδράμει ένα τόσο μεγάλο εγχείρημα ― όχι ότι ήθελε να χώσει τη μύτη του εκεί που δεν τον ήθελαν.

Ο Ματ αντάλλαξε μια έκπληκτη ματιά με τον Θομ, ο οποίος έβαζε τις θήκες των οργάνων του κάτω από ένα τραπέζι, που ήταν χτισμένο στον τοίχο. Το δωμάτιο φωτιζόταν από ένα παραθυράκι στο δεξί και τον αριστερό τοίχο, καθώς και από δυο φανάρια σε ενωμένα στηρίγματα. «Αυτά είναι χαζομάρες», είπε ο Ματ.

«Φυσικά», απάντησε ο Μάλια. Έβγαλε μερικά ρούχα από ένα σεντούκι που ήταν κολλητά στο κρεβάτι, ορθώθηκε και χαμογέλασε. «Φυσικά». Ένα ντουλάπι στον τοίχο είχε τους χάρτες του ποταμού, τους οποίους θα χρειαζόταν. «Δεν λέω τίποτα άλλο».

Αλλά ήθελε να χώσει τη μύτη του, παρ’ όλο που προσπάθησε να το κρύψει και άρχισε να μιλά ασταμάτητα, προσπαθώντας να τους ξεψαχνίσει. Ο Ματ άκουγε και απαντούσε στις ερωτήσεις του είτε με άναρθρους ήχους, είτε σηκώνοντας τους ώμους, είτε λέγοντας μια-δυο λέξεις, ενώ ο Θομ ήταν ακόμα πιο λιγομίλητος. Ο βάρδος κουνούσε το κεφάλι, ενώ τακτοποιούσε τα πράγματά του.

Ο Μάλια, όλη του τη ζωή την είχε περάσει στο ποτάμι, παρ’ όλο που ονειρευόταν να αρμενίζει στη θάλασσα. Δεν μιλούσε για καμιά χώρα δίχως χλευασμό, με εξαίρεση το Δάκρυ. Η μόνη που του ξέφυγε ήταν το Άντορ και το εγκώμιο που επιχείρησε να της πλέξει βγήκε με δυσκολία και, προφανώς, παρά τη θέλησή του. «Άκουσα ότι έχει καλά άλογα στο Άντορ. Κάτι λένε. Δεν είναι καλά, σαν τις ράτσες που έχουμε στο Δάκρυ, αλλά υποφέρονται. Φτιάχνετε καλό ατσάλι και προϊόντα από σίδηρο, μπρούτζο και χαλκό —έχω αρκετά πάρε-δώσε με εσάς, αν και οι τιμές σας είναι ακριβές― αλλά, βέβαια, έχετε τα ορυχεία στα Όρη της Ομίχλης. Και χρυσωρυχεία. Εμείς, στο Δάκρυ, πρέπει να δουλέψουμε για να κερδίσουμε το χρυσάφι μας».

Αποδέκτης της μέγιστης περιφρόνησης του ήταν το Μαγιέν. «Χώρα να σου πετύχει, χειρότερη κι από το Μουράντυ. Μια πόλη και μερικές λεύγες γης. Ρίχνουν τις τιμές του λαδιού σε βάρος των ωραίων Δακρινών ελιών μας, επειδή τα πλοία τους ξέρουν πού να βρουν τα κοπάδια των λαδόψαρων. Δεν έχουν δικαίωμα να λέγονται χώρα».

Μισούσε το Ίλιαν. «Μια μέρα θα κουρσέψουμε το Ίλιαν, θα γκρεμίσουμε κάθε πόλη και χωριό του και θα σπείρουμε αλάτι στα βρωμερά χώματά του». Το γένι του Μάλια σχεδόν έτρεμε από οργή, καθώς έλεγε πόσο βρωμερή ήταν η γη του Ίλιαν. «Ακόμα και οι ελιές τους ζέχνουν! Μια μέρα θα σύρουμε αλυσοδεμένο και το τελευταίο Ιλιανό γουρούνι! Έτσι λέει ο Υψηλός Άρχοντας Σάμον».

Ο Ματ αναρωτήθηκε τι, κατά τη γνώμη του καπετάνιου, θα έκανε το Δάκρυ με τόσο κόσμο, αν έφερναν σε πέρας αυτό το σχέδιο. Οι Ιλιανοί θα ήθελαν να τρώνε και σίγουρα δεν θα δούλευαν αλυσοδεμένοι. Του φαινόταν παράλογο, αλλά τα μάτια του Μάλια γυάλιζαν καθώς μιλούσε γι’ αυτό.

Μόνο οι βλάκες θα άφηναν να τους κυβερνά ένας βασιλιάς ή μια βασίλισσα, να τους κυβερνά μονάχα ένας άνθρωπος. «Εκτός από τη Βασίλισσα Μοργκέις, φυσικά», έσπευσε να προσθέσει. «Είναι μια χαρά γυναίκα, έτσι άκουσα. Όμορφη, απ’ ό,τι μου είπαν». Υπάρχουν τόσοι βλάκες, που σκύβουν το κεφάλι σε έναν άλλο βλάκα. Οι Υψηλοί Άρχοντες κυβερνούσαν από κοινού το Δάκρυ, έπαιρναν ομόφωνα αποφάσεις και έτσι έπρεπε να είναι. Οι Υψηλοί Άρχοντες ήξεραν το σωστό, το καλό και το αληθινό. Ειδικά ο Υψηλός Άρχοντας Σάμον. Όλα θα πήγαιναν καλά, όσο υπάκουγες τους Υψηλούς Άρχοντες. Ειδικά τον Υψηλό Άρχοντα Σάμον.