Πέρα από τους βασιλιάδες και τις βασίλισσες, πέρα ακόμα και από το Ίλιαν, βρισκόταν ένα μεγαλύτερο μίσος, που ο Μάλια προσπαθούσε να κρατήσει κρυμμένο, αλλά μιλούσε τόσο πολύ, καθώς επιχειρούσε να βρει το σκοπό τους και είχε παρασυρθεί τόσο από τον ήχο της φωνής του, που άθελά του αποκάλυπτε περισσότερα απ’ όσα νόμιζε.
Σίγουρα έκαναν μακρινά ταξίδια στην υπηρεσία μιας λαμπρής βασίλισσας, όπως ήταν η Μοργκέις. Πρέπει να είχαν δει πολλές χώρες. Αυτός ονειρευόταν τη θάλασσα, επειδή τότε θα έβλεπε χώρες που, πριν, τις είχε μόνο ακουστά, επειδή θα μπορούσε να βρει τα Μαγιενά κοπάδια των λαδόψαρων, θα μπορούσε να ξεπεράσει στο εμπόριο τους Θαλασσινούς και τους βρωμο-Ιλιανούς. Και η θάλασσα απείχε πολύ από την Ταρ Βάλον. Θα πρέπει να το καταλάβαιναν αυτό, μιας και ήταν αναγκασμένοι να ταξιδεύουν σε παράξενα μέρη και λαούς, μέρη και λαούς που θα τους έφερναν αηδία, αν δεν υπηρετούσαν τη Βασίλισσα Μοργκέις.
«Πάντοτε αντιπαθούσα να δένω εδώ, μη ξέροντας ποτέ ποιος μπορεί να χρησιμοποιεί τη Δύναμη». Είπε σχεδόν φτύνοντας την τελευταία λέξη. Όμως, από τότε που είχε ακούσει τον Υψηλό Άρχοντα Σάμον να μιλάει... «Που να καεί η ψυχή μου και μόνο που κοιτάζω το Λευκό Πύργο τους, νιώθω πελαγοσκούληκα να τρυπώνουν στην κοιλιά μου, τώρα που ξέρω τι σχεδιάζουν».
Ο Υψηλός Άρχοντας Σάμον έλεγε ότι οι Άες Σεντάι είχαν σκοπό να κυριαρχήσουν στον κόσμο. Ο Σάμον έλεγε ότι ήθελαν να συντρίψουν όλα τα έθνη, να πατήσουν το λαιμό όλων των αντρών. Ο Σάμον έλεγε ότι το Δάκρυ δεν μπορούσε, πια, να κρατά τη Δύναμη μακριά από τις περιοχές του και να νομίζει ότι αυτό είναι αρκετό. Ο Σάμον έλεγε ότι πλησίαζε η μέρα της δόξας που δικαιούνταν το Δάκρυ, αλλά ανάμεσα στο Δάκρυ και τη δόξα στεκόταν η Ταρ Βάλον.
«Η Ταρ Βάλον δεν έχει καμία ελπίδα. Κάποια στιγμή θα πρέπει να τις κυνηγήσουμε και να τις σκοτώσουμε, όλες τις Άες Σεντάι, ως την τελευταία. Ο Υψηλός Άρχοντας Σάμον λέει ότι οι άλλες μπορεί να σωθούν —οι νεαρές, οι μαθητευόμενες, οι Αποδεχθείσες― αν τις φέρουμε στην Πέτρα, μα τις υπόλοιπες πρέπει να τις αφανίσουμε. Έτσι λέει ο Υψηλός Άρχοντας Σάμον. Ο Λευκός Πύργος πρέπει να καταστραφεί».
Για μια στιγμή, ο Μάλια στάθηκε ακίνητος στο κέντρο της καμπίνας του, με μια αγκαλιά γεμάτη ρούχα, βιβλία και χάρτες, με τα μαλλιά του σχεδόν να αγγίζουν τα δοκάρια του καταστρώματος από πάνω του, ατενίζοντας το άπειρο με ανοιχτογάλανα μάτια, καθώς ο Λευκός Πύργος έπεφτε και γκρεμιζόταν. Έπειτα, τινάχτηκε, συνειδητοποιώντας τι είχε μόλις πει. Το μυτερό γένι του τρεμούλιασε με αβεβαιότητα.
«Έτσι... έτσι λέει αυτός. Εγώ... εγώ προσωπικά νομίζω ότι, ίσως, το παρακάνει. Ο Υψηλός Άρχοντας Σάμον... μιλάει έτσι που σε κάνει να ξεχνάς αυτά που πιστεύεις. Αν το Κάεμλυν μπορεί να υπογράψει σύμφωνο με τον Πύργο, τότε το ίδιο μπορεί να κάνει και το Δάκρυ». Ρίγησε, χωρίς να το συνειδητοποιεί. «Έτσι λέω εγώ».
«Όπως τα λες», του είπε ο Ματ και ένιωσε μια σκανδαλιάρικη διάθεση να ξεπηδά από μέσα του. «Εγώ νομίζω ότι η πρότασή σου είναι σωστή, καπετάνιε. Αλλά μη σταματήσεις με μερικές Αποδεχθείσες. Ζήτα να έρθουν καμιά δεκαριά Άες Σεντάι. Τι λέω, καμιά εικοσαριά. Σκέψου πώς θα ήταν η Πέτρα του Δακρύου με καμιά εικοσαριά Άες Σεντάι να γυρνούν ολόγυρα».
Ο Μάλια ανατρίχιασε. «Θα στείλω ένα ναύτη να πάρει το σεντούκι με τα λεφτά», είπε παγερά και βγήκε από την καμπίνα με αγέρωχο βήμα.
Ο Ματ κοίταξε την κλειστή πόρτα σμίγοντας τα φρύδια. «Κάτι μου λέει ότι δεν έπρεπε να το πω αυτό».
«Δεν καταλαβαίνω πώς σου πέρασε από το νου τέτοιο πράγμα», είπε ξερά ο Θομ. «Την άλλη φορά, να πεις στον Άρχοντα Διοικητή των Λευκομανδίτων ότι πρέπει να παντρευτεί την Έδρα της Αμερλιν». Τα φρύδια του χαμήλωσαν, μοιάζοντας με άσπρες κάμπιες. «Ο Υψηλός Άρχοντας Σάμον. Ποτέ δεν άκουσα για κάποιον Υψηλό Άρχοντα Σάμον».
Ήταν η σειρά του Ματ να πει ξερά: «Τι να γίνει, ακόμα κι εσύ δεν μπορείς να ξέρεις τα πάντα για όλους τους βασιλιάδες, τις βασίλισσες και τους αριστοκράτες που υπάρχουν, Θομ. Μπορεί ένας-δυο να ξέφυγαν της προσοχής σου».
«Ξέρω τα ονόματα όλων των βασιλιάδων και των βασιλισσών, μικρέ, όπως επίσης και τα ονόματα όλων των Υψηλών Αρχόντων του Δακρύου. Μπορεί, φαντάζομαι, να έφεραν στην εξουσία κάποιον από τους Άρχοντες της Στεριάς, αλλά μου φαίνεται ότι θα είχα μάθει για το θάνατο κάποιου γέρου Υψηλού Άρχοντα. Αν είχες δεχτεί να διώξουμε τίποτα φουκαράδες από την καμπίνα τους, αντί να πάρεις αυτήν του καπετάνιου, θα είχαμε καθένας δικό του κρεβάτι κι ας ήταν στενό και σκληρό. Τώρα, πρέπει να μοιραστούμε του Μάλια. Ελπίζω να μη ροχαλίζεις, μικρέ. Δεν αντέχω το ροχαλητό».