Ο Ματ έτριξε τα δόντια του. Καθώς θυμόταν, του Θομ το ροχαλητό έμοιαζε με πριόνι που έκοβε ρόζο βαλανιδιάς. Το είχε ξεχάσει.
Ένας από τους δύο μεγαλόσωμους άντρες —ο Σάνορ ή ο Βάσα· δεν είπε το όνομά του― ήρθε και πήρε, από κάτω από το κρεβάτι, το ενισχυμένο με σιδερένιες μπάρες σεντούκι με τα λεφτά του καπετάνιου. Δεν άνοιξε το στόμα του, έκανε μόνο μερικές βιαστικές υποκλίσεις, κοιτάζοντάς τους με μισό μάτι όταν του φάνηκε ότι δεν τον έβλεπαν.
Ο Ματ αναρωτιόταν αν η τύχη, που τον είχε συντροφέψει όλη τη νύχτα, τώρα τον είχε, τελικά, εγκαταλείψει. Θα έπρεπε να ανεχτεί το ροχαλητό του Θομ και η αλήθεια ήταν ότι, μάλλον, δεν ήταν μεγάλη τύχη που είχε πηδήξει σε αυτό το συγκεκριμένο πλοίο, μοστράροντας ένα χαρτί με την υπογραφή της Έδρας της Άμερλιν και με βούλα τη Φλόγα της Ταρ Βάλον. Με μια ξαφνική παρόρμηση, έβγαλε τη μια δερμάτινη ζαροθήκη, άνοιξε το σφιχτό καπάκι και έριξε τα ζάρια στο τραπέζι.
Ήταν τα ζάρια με τις κουκκίδες. Οι πέντε τελίτσες τον κοίταζαν. Τα Μάτια του Σκοτεινού, έτσι έλεγαν αυτή τη ζαριά σε μερικά παιχνίδια. Σε αυτά τα παιχνίδια τούτη ήταν η ζαριά που έχανε, σε άλλα, όμως, κέρδιζε. Αλλά τι παιχνίδι παίζω; Μάζεψε τα ζάρια και τα ξανάριξε. Πέντε κουκκίδες. Άλλη μια ριξιά και πάλι τα Μάτια του Σκοτεινού τον κοίταζαν πονηρά.
«Αν είναι με αυτά τα ζάρια που κέρδισες τόσο χρυσάφι», είπε χαμηλόφωνα ο Θομ, «δεν είναι παράξενο που έπρεπε να φύγεις με το πρώτο πλοίο». Είχε μείνει με το πουκάμισο, που τώρα ήταν μισοτραβηγμένο πάνω από το κεφάλι του καθώς μιλούσε. Τα γόνατά του ήταν κοκαλιάρικα και τα πόδια του έμοιαζαν να έχουν μονάχα νεύρα και λεπτούς μυς, ενώ το δεξί ήταν κάπως ζαρωμένο. «Μικρέ, κι ένα δωδεκάχρονο κορίτσι θα σου ξερίζωνε την καρδιά, αν ήξερε ότι παίζεις μαζί της με τέτοια ζάρια».
«Δεν είναι τα ζάρια», μουρμούρισε ο Ματ. «Είναι η τύχη». Η τύχη των Άες Σεντάι; Ή η τύχη τον Σκοτεινού; Έχωσε ξανά τα ζάρια στη θήκη και έβαλε το καπάκι.
«Τότε, δεν φαντάζομαι να μου πεις πού βρέθηκε τόσο χρυσάφι», είπε ο Θομ, ανεβαίνοντας στο κρεβάτι.
«Το κέρδισα. Απόψε. Με δικά τους ζάρια».
«Α-χα. Και μάλλον δεν θα εξηγήσεις το χαρτί που μοστράριζες —είδα τη σφραγίδα, μικρέ!― ή αυτά που έλεγες για δουλειές του Λευκού Πύργου, ούτε επίσης το λόγο που ο υπεύθυνος του λιμανιού είχε την περιγραφή σου από μια Λες Σεντάι».
«Μεταφέρω ένα γράμμα εκ μέρους της Ηλαίην για τη Μοργκέις, Θομ», είπε ο Ματ, δείχνοντας περισσότερη υπομονή απ’ όση ένιωθε. «Το χαρτί μου το έδωσε η Νυνάβε. Δεν ξέρω πού το βρήκε».
«Αν δεν μου λες, τότε θα κοιμηθώ. Σβήσε τα φανάρια, εντάξει;» Ο Θομ γύρισε στο πλευρό και σκέπασε το κεφάλι του με το μαξιλάρι.
Ο Ματ γδύθηκε, μένοντας μόνο με τα εσώρουχα και χώθηκε στις κουβέρτες —έχοντας σβήσει τα φανάρια― αλλά ο ύπνος δεν ερχόταν, παρ’ όλο που ο Μάλια είχε περιποιηθεί τον εαυτό του, διαθέτοντας ένα ωραίο, πουπουλένιο στρώμα. Είχε δίκιο για το ροχαλητό του Θομ κι εκείνο το μαξιλάρι δεν το σταματούσε. Ήταν λες κι ο Θομ έκοβε ξύλο κάθετα στα νερά του, με σκουριασμένο πριόνι. Και οι σκέψεις τριγυρνούσαν στο μυαλό του. Πώς, άραγε, είχαν πάρει αυτό το χαρτί από την Άμερλιν εκείνες οι τρεις; Πρέπει να είχαν κάποια σχέση με την ίδια την Έδρα της Αμερλιν —κάποια ανάμιξη στις μηχανορραφίες του Λευκού Πύργου― αλλιώς, τώρα που το σκεφτόταν, πρέπει να είχαν κρύψει κάτι και από την Άες Σεντάι.
«“Σε παρακαλώ, πήγαινε ένα γράμμα στη μητέρα μου, Ματ!”»
είπε απαλά, με ψιλή, κοροϊδευτική φωνή. «Βλάκα! Η Άμερλιν θα μπορούσε να στείλει έναν Πρόμαχο να μεταφέρει το γράμμα της Κόρης-Διαδόχου στη βασίλισσα. Ήμουν βλάκας και τυφλός, λαχταρούσα τόσο να φύγω από τον Πύργο, που δεν το κατάλαβα». Το ροχαλητό του Θομ έμοιαζε να συμφωνεί μαζί του.
Πάνω απ’ όλα, όμως, σκεφτόταν την τύχη και τους ελαφροπόδαρους.
Σχεδόν δεν πρόσεξε τον πρώτο γδούπο από κάτι πάνω, στην πρύμνη. Δεν έδωσε σημασία στο υπόκωφο χτύπημα και στο σύρσιμο που ακούστηκε από το κατάστρωμα πάνω του, ούτε στα πατήματα από μπότες. Το πλοίο έκανε από μόνο του αρκετούς ήχους και σίγουρα έπρεπε να βρίσκεται κάποιος στο κατάστρωμα, για να προχωρά το πλοίο στο δρόμο του, κατάντη του ποταμού. Αλλά τα προσεκτικά βήματα στο διάδρομο, ο οποίος κατέληγε στην πόρτα του, έγιναν ένα με τις σκέψεις περί ελαφροπόδαρων και τον έκαναν να τεντώσει τα αυτιά του.