Выбрать главу

Σκούντηξε τον Θομ στα πλευρά, με τον αγκώνα του. «Ξύπνα», είπε χαμηλόφωνα. «Κάποιος είναι έξω, στο διάδρομο». Ενώ μιλούσε, κατέβαινε μαλακά από το κρεβάτι, ελπίζοντας ότι το πάτωμα της καμπίνας -κατάστρωμα, πάτωμα, ό,τι κι αν είναι, ανάθεμά το!― δεν θα έτριζε κάτω από τα πόδια του. Ο Θομ μούγκρισε, πλατάγισε τα χείλη και ξανάρχισε το ροχαλητό.

Δεν προλάβαινε να ασχοληθεί με τον Θομ. Τα βήματα ήταν ακριβώς απ’ έξω. Ο Ματ πήρε τη ράβδο του, στήθηκε μπροστά από την πόρτα και περίμενε.

Η πόρτα άνοιξε αργά και δύο άντρες με μανδύες, ο ένας πίσω από τον άλλο, πρόβαλαν κόντρα στο αχνό φως του φεγγαριού, που έμπαινε από την μπουκαπόρτα στην κορυφή της σκάλας, απ’ όπου είχαν κατέβει. Το σεληνόφωτο ήταν αρκετό για να λαμπυρίσει πάνω στις γυμνές λεπίδες των μαχαιριών τους. Άφησαν μια κοφτή κραυγή· προφανώς δεν υπολόγιζαν ότι θα έβρισκαν κάποιον να τους περιμένει.

Ο Ματ όρμησε με τη ράβδο του, πετυχαίνοντας τον πρώτο ακριβώς κάτω από το σημείο όπου ενώνονταν τα κόκαλα των πλευρών του. Είναι ένα θανάσιμο χτύπημα, Ματ.  Ποτέ μην το χρησιμοποιήσεις, παρά μόνο για να προστατεύσεις τη ζωή σου. Αλλά με αυτά τα μαχαίρια, ήταν ακριβώς για τη ζωή του· στην καμπίνα δεν υπήρχε χώρος για να στριφογυρίσει τη ράβδο.

Ενώ ο άντρας άφηνε έναν πνιγμένο ήχο και έπεφτε στο κατάστρωμα διπλωμένος στα δύο, πασχίζοντας μάταια να ανασάνει, ο Ματ έκανε ένα βήμα μπροστά και, περνώντας τη ράβδο πάνω από το σώμα του, χτύπησε το λαιμό του άλλου. Ακούστηκε ένα δυνατό «κρακ». Εκείνος έριξε το μαχαίρι για να πιάσει το λαιμό του και έπεσε πάνω στο σύντροφό του, ενώ οι μπότες και των δύο έξυναν το κατάστρωμα και από το λαρύγγι του καθενός ακουγόταν ήδη ο επιθανάτιος ρόγχος.

Ο Ματ στάθηκε εκεί, κοιτάζοντάς τους. Δύο άντρες. Όχι, που να καώ, τρεις είναι! Δεν νομίζω να έβλαψα άλλη φορά άνθρωπο και τώρα σκότωσα τρεις, μέσα σε μία νύχτα. Φως μου!

Στο σκοτεινό διάδρομο απλώθηκε πάλι σιωπή και ο Ματ άκουσε μπότες στο κατάστρωμα πάνω του. Οι ναύτες περπατούσαν όλοι ξυπόλητοι.

Προσπαθώντας να μη σκεφτεί αυτό που θα έκανε, έσκισε το μανδύα από τον ένα νεκρό και τον τύλιξε στους ώμους του, κρύβοντας το άσπρο λινό ύφασμα των εσώρουχών του. Με τα πόδια γυμνά, προχώρησε στο διάδρομο και ανέβηκε τη σκάλα, αφήνοντας μόνο τα μάτια του να ξεπροβάλουν πάνω από την μπουκαπόρτα.

Το αχνό σεληνόφως αντανακλούσε στα τεντωμένα πανιά, αλλά η νύχτα ακόμα σκέπαζε το κατάστρωμα με σκιές και δεν ακουγόταν άλλος ήχος, παρά μόνο ο παφλασμός του νερού στα ίσαλα του πλοίου. Στο κατάστρωμα έμοιαζε να υπάρχει μόνο ένας άντρας, στο τιμόνι, με την κουκούλα του μανδύα υψωμένη για να φυλαχτεί από την ψύχρα. Ο άντρας σάλεψε και οι δερμάτινες μπότες τους έξυσαν τα σανίδια του καταστρώματος.

Ο Ματ, κρατώντας τη ράβδο χαμηλά και ελπίζοντας να μην την προσέξει ο άλλος, ανέβηκε πάνω. «Είναι πεθαμένος», είπε με ένα χαμηλό, βραχνό ψίθυρο.

«Ελπίζω να έσκουξε όταν του κόψατε το λαιμό». Ο Ματ θυμήθηκε αυτή τη φωνή με τη βαριά προφορά, τη θυμήθηκε να μιλάει στην αρχή ενός στριφογυριστού δρόμου στην Ταρ Βάλον. «Σε μεγάλη φασαρία μας έβαλε ο μικρός. Στάσου! Ποιος είσαι;»

Ο Ματ στριφογύρισε τη ράβδο με όλη του τη δύναμη. Το χοντρό ξύλο έπεσε με δύναμη στο κεφάλι του άντρα και η κουκούλα του μανδύα του μόλις που έπνιξε έναν ήχο, σαν πεπόνι που έπεφτε στο πάτωμα.

Ο άντρας έπεσε πάνω στο τιμόνι, σπρώχνοντάς το. Το πλοίο τραντάχτηκε, κάνοντας τον Ματ να σκοντάψει. Με την άκρη του ματιού του είδε μια μορφή να υψώνεται από τις σκιές δίπλα στην κουπαστή και μια λεπίδα να γυαλίζει και κατάλαβε ότι δεν θα προλάβαινε να γυρίσει τη ράβδο, πριν τον βρει το μαχαίρι. Κάτι άλλο, που άστραφτε, έσκισε τη νύχτα και έγινε ένα με τη χλωμή μορφή, με έναν υπόκωφο κρότο. Το τίναγμα προς τα πάνω μετατράπηκε σε πτώση και ένας άντρας σωριάστηκε σχεδόν στα πόδια του Ματ.

Φωνές και φασαρία ξέσπασαν κάτω από το κατάστρωμα όταν το πλοίο έστριψε ξανά, επειδή το τιμόνι μετακινούνταν από το βάρος εκείνου που ήταν πεσμένος πάνω του.  Ο Θομ εμφανίστηκε χωλαίνοντας από την μπουκαπόρτα, φορώντας τα εσώρουχα και το μανδύα του και σηκώνοντας το πορτάκι, που έκρυβε τη φλόγα του φαναριού που κρατούσε. «Τυχερός είσαι, μικρέ. Ένας απ’ αυτούς εκεί κάτω είχε αυτό το φανάρι. Καλά που δεν έβαλε φωτιά στο πλοίο, έτσι που είχε πέσει». Το φως έδειξε τη λαβή ενός μαχαιριού να ξεπροβάλλει από το στέρνο ενός άντρα με νεκρά, ορθάνοιχτα μάτια. Ο Ματ δεν τον είχε ξαναδεί· ήταν βέβαιος ότι θα θυμόταν κάποιον με τόσες ουλές στο πρόσωπο. Ο Θομ κλώτσησε το εγχειρίδιο που κρατούσε ο άντρας στο απλωμένο χέρι του και μετά έσκυψε για να πάρει το μαχαίρι του, σκουπίζοντας τη λεπίδα με το μανδύα του νεκρού. «Είσαι πολύ τυχερός, μικρέ. Πραγματικά πολύ τυχερός».