Выбрать главу

Υπήρχε ένα σκοινί δεμένο στην κουπαστή της πρύμνης. Ο Θομ το πλησίασε, έριξε φως χαμηλότερα στην πρύμνη και ο Ματ πήγε κι αυτός εκεί. Στην άλλη άκρη του σκοινιού ήταν μια μικρή βάρκα από το Νότιο Λιμάνι, με σβησμένο το τετράγωνο φανάρι της. Υπήρχαν ακόμα δύο άντρες, που κάθονταν ανάμεσα στα ανεβασμένα κουπιά.

«Που να με πάρει ο Μέγας Άρχοντας, αυτός είναι!» έκανε ο ένας. Ο άλλος χίμηξε μπροστά και άρχισε να λύνει με νευρικές κινήσεις τον κόμπο που κρατούσε το σκοινί.

«Θέλεις να σκοτώσεις κι αυτούς τους δύο;» ρώτησε ο Θομ, με τη φωνή του να μπουμπουνίζει, σαν σε παράσταση.

«Όχι, Θομ», είπε ήσυχα ο Ματ. «Όχι».

Οι άντρες στη βάρκα πρέπει να είχαν ακούσει την ερώτηση και όχι την απάντηση, επειδή, αντί να συνεχίσουν την προσπάθεια για να ελευθερώσουν τη βάρκα, πήδηξαν στο νερό, προκαλώντας ένα δυνατό παφλασμό. Άφηναν δυνατούς ήχους καθώς πλατσούριζαν στο ποτάμι.

«Βλάκες», μουρμούρισε ο Θομ. «Το ποτάμι στενεύει λίγο, μετά την Ταρ Βάλον, αλλά ακόμα κι έτσι πρέπει να έχει πλάτος πάνω από μισό μίλι εδώ. Στο σκοτάδι, δεν θα τα καταφέρουν».

«Μα την Πέτρα!» ακούστηκε μια κραυγή από την μπουκαπόρτα. «Τι έγινε εδώ; Υπάρχουν πτώματα στο διάδρομο! Τι κάνει ο Βάσα ξαπλωμένος στο τιμόνι; Θα μας ρίξει σε ύφαλο!» Σχεδόν γυμνός, με εξαίρεση τα λινά εσώρουχα του, ο Μάλια όρμησε στο τιμόνι και τράνταξε με δύναμη το νεκρό, ενώ παράλληλα τραβούσε το μακρύ δοιάκι για να φέρει το πλοίο στην ευθεία. «Δεν είναι ο Βάσα αυτός! Που να καεί η ψυχή μου, ποιοι είναι όλοι αυτοί οι πεθαμένοι;» Τώρα ανέβαιναν κι άλλοι στο κατάστρωμα, ξυπόλητοι ναύτες και φοβισμένοι επιβάτες, τυλιγμένοι με μανδύες και κουβέρτες.

Ο Θομ, κρύβοντας τις πράξεις του με το σώμα του, άφησε το μαχαίρι του να γλιστρήσει κάτω από το σκοινί και το έκοψε με μια κίνηση. Η βάρκα έμεινε πίσω τους, στο σκοτάδι. «Ληστές του ποταμού, καπετάνιε», είπε. «Ο νεαρός Ματ κι εγώ σώσαμε το πλοίο σου από ληστές του ποταμού. Αν δεν ήμασταν εμείς, μπορεί να έκοβαν τα λαρύγγια όλων μας. Ίσως να έπρεπε να ξανασκεφτείς τι ναύλα ζητάς».

«Ληστές!» αναφώνησε ο Μάλια. «Έχει πολλούς παρακάτω, γύρω από την Καιρχίν, αλλά δεν άκουσα ποτέ να υπάρχουν τόσο βόρεια!» Οι επιβάτες, που ήταν στριμωγμένοι ο ένας δίπλα στον άλλο, άρχισαν να μουρμουρίζουν για ληστές και κομμένα λαρύγγια.

Ο Ματ προχώρησε μουδιασμένα προς την μπουκαπόρτα. Πίσω του, άκουσε τον Μάλια να λέει: «Κοίτα ψυχραιμία. Δεν ήξερα ότι το Άντορ χρησιμοποιεί ασασίνους, αλλά, που να καεί η ψυχή μου, είναι τέρας ψυχραιμίας».

Ο Ματ κατέβηκε τη σκάλα παραπατώντας, δρασκέλισε τα δύο πτώματα στο διάδρομο και βρόντηξε πίσω του την πόρτα της καμπίνας του καπετάνιου. Μόλις που πρόλαβε να κάνει το μισό δρόμο ως το κρεβάτι, πριν τον πιάσει δυνατό τρέμουλο και έπεσε στα γόνατα εκεί πέρα, μη μπορώντας, πλέον, να σταθεί όρθιος. Φως μου, τι παιχνίδι παίζω; Πρέπει να μάθω τι παιχνίδι είναι, αν θέλω να κερδίσω. Φως μου, τι παιχνίδι;

Παίζοντας το «Ρόδο του Πρωινού» απαλά στο φλάουτό του, ο Ραντ κοίταξε τη φωτιά που είχε ανάψει, όπου ένας λαγός ψηνόταν σε ένα κλαρί, που έγερνε πάνω από τις φλόγες. Οι φλόγες πετάριζαν στη νυχτερινή αύρα· ο Ραντ μόλις που πρόσεχε την ευωδιά του λαγού, παρ’ όλο που σκέφτηκε αφηρημένα ότι έπρεπε να βρει αλάτι στο επόμενο χωριό ή πόλη. Το «Ρόδο του Πρωινού» ήταν ένας από τους σκοπούς που είχε παίξει σε εκείνους τους γάμους.

Πριν από πόσες μέρες έγινε αυτό; Έγιναν στ’ αλήθεια τόσοι γάμοι, ή μήπως το φαντάστηκα; Ότι όλες οι γυναίκες τον χωριού αποφάσισαν μονομιάς να παντρευτούν; Πώς το έλεγαν το χωριό; Μήπως τρελάθηκα κιόλας;

Κόμποι ιδρώτα απλώνονταν στο πρόσωπό του, αλλά συνέχισε να παίζει, τόσο ήσυχα που σχεδόν δεν ακουγόταν, ενώ χάζευε τη φωτιά. Είσαι τα’βίρεν, του είχε πει η Μουαραίν. Είσαι τα’βίρεν, του έλεγαν όλοι. Μπορεί στ’ αλήθεια να ήταν. Αυτού του είδους οι άνθρωποι... άλλαζαν... τα πράγματα γύρω τους. Ένας τέτοιος μπορεί όντως να είχε προκαλέσει όλους αυτούς τους γάμους. Αλλά αυτή η σκέψη πλησίαζε κάτι άλλο, που ο Ραντ δεν ήθελε να το σκέφτεται.

Λένε, επίσης, ότι είμαι ο Αναγεννημένος Δράκοντας. Όλοι το λένε. Το λένε οι ζωντανοί, το λένε και οι νεκροί. Αυτό δεν σημαίνει ότι είναι αλήθεια. Αναγκάστηκα να τους αφήσω να με ανακηρύξουν τέτοιον. Καθήκον. Δεν είχα άλλη επιλογή, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι είναι αλήθεια.

Έπαιζε και ξανάπαιζε το σκοπό και δεν μπορούσε να σταματήσει. Του θύμιζε την Εγκουέν. Κάποτε, πίστευε ότι θα παντρευόταν την Εγκουέν. Πολύς καιρός έμοιαζε να έχει περάσει από τότε. Τώρα αυτό είχε τελειώσει. Εντούτοις, η Εγκουέν είχε έρθει στα όνειρά του. Μπορεί να ήταν αυτή. Το πρόσωπό της. Ήταν το πρόσωπό της.