Μόνο που υπήρχαν τόσα πρόσωπα, πρόσωπα που γνώριζε. Ο Ταμ κι η μητέρα του, ο Ματ και ο Πέριν. Που όλοι προσπαθούσαν να τον σκοτώσουν. Φυσικά, δεν ήταν στ’ αλήθεια αυτοί. Ακόμα και στα όνειρά του, φαίνεται, περιδιάβαιναν οι Σκιογέννητοι. Άραγε, ήταν απλώς όνειρα; Ήξερε πως κάποια όνειρα ήταν πραγματικά, ενώ άλλα ήταν μονάχα όνειρα, εφιάλτες ή ελπίδες. Πώς, όμως, να καταλάβεις τη διαφορά; Η Μιν είχε βαδίσει στα όνειρά του μια νύχτα ― και είχε προσπαθήσει να του φυτέψει ένα μαχαίρι στην πλάτη. Ακόμα τον ξάφνιαζε πόσο τον είχε πονέσει αυτό. Ήταν απρόσεχτος, την είχε αφήσει να τον ζυγώσει πολύ, είχε αμελήσει να φυλαχτεί. Τόσο καιρό κοντά στη Μιν δεν ένιωθε την ανάγκη να φυλάγεται, παρά τα όσα έβλεπε εκείνη όταν τον κοίταζε. Όταν ήταν μαζί της, ένιωθε σαν να του περιποιούνταν τις πληγές με βάλσαμο.
Και μετά πήγε να με σκοτώσει. Η μουσική δυνάμωσε κι έγινε μια στριγκή κακοφωνία, αλλά ο Ραντ ξανάφερε τη γλυκιά μελωδία. Όχι αυτή. Ο Σκιογέννητος με το πρόσωπό της. Το πιο απίθανο απ’ όλους θα ήταν να μου κάνει κακό η Μιν. Δεν καταλάβαινε γιατί το πίστευε αυτό, αλλά ήταν σίγουρος πως ήταν αλήθεια.
Τόσα πρόσωπα στα όνειρά του. Είχε έρθει η Σελήνη, συγκρατημένη, μυστηριώδης και τόσο υπέροχη, που το στόμα του ξεράθηκε μόνο που τη σκεφτόταν, προσφέροντάς του δόξα, όπως είχε κάνει κι άλλοτε —φαινόταν να έχει περάσει πολύς καιρός από τότε― μα τώρα έλεγε ότι ο Ραντ έπρεπε να πάρει το σπαθί. Και μαζί με το σπαθί θα έπαιρνε και τη Σελήνη. Το Καλαντόρ. Αυτό ήταν πάντα στα όνειρά του. Πάντα. Και πρόσωπα που τον περιγελούσαν. Χέρια, που έσπρωχναν την Εγκουέν, τη Νυνάβε και την Ηλαίην σε κλουβιά, που τις έπιαναν με δίχτυα, που τις πονούσαν. Γιατί έπρεπε να κλάψει περισσότερο για την Ηλαίην απ’ ό,τι για τις άλλες;
Το κεφάλι του στριφογύριζε. Τον πονούσε όσο το πλευρό του και ο ιδρώτας κυλούσε στο πρόσωπο του. Ο Ραντ έπαιζε απαλά το «Ρόδο του Πρωινού» όλη τη νύχτα, επειδή φοβόταν να κοιμηθεί. Επειδή φοβόταν να ονειρευτεί.
33
Μέσα στον Ιστό
Από τη σέλα του, ο Πέριν κοίταξε συνοφρυωμένος την επίπεδη πέτρα, που ήταν μισοθαμμένη στα χορτάρια πλάι στο δρόμο. Αυτός ο δρόμος από σκληρό, πατημένο χώμα ονομαζόταν Δρόμος του Λάγκαρντ, τώρα που πλησίαζαν τον ποταμό Μανεθερεντρέλε και τα σύνορα του Λάγκαρντ· κάποτε ήταν πλακοστρωμένος, έτσι είχε πει η Μουαραίν πριν από δυο μέρες και κομμάτια από τις πλάκες ακόμα έβγαιναν πού και πού στην επιφάνεια. Αυτή εδώ η πέτρα είχε ένα παράξενο σημάδι πάνω της.
Αν τα σκυλιά μπορούσαν να αφήσουν αχνάρια στην πέτρα, ο Πέριν θα έλεγε ότι ήταν το ίχνος ενός μεγάλου λαγωνικού. Στο γυμνό έδαφος που έβλεπε εκεί γύρω δεν υπήρχαν πατημασιές από σκυλιά, εκεί που υπήρχε μαλακό χώμα, στην άκρη του δρόμου, ούτε και οσμή από διάβα σκύλου. Μόνο ένα αμυδρό απομεινάρι στον αέρα από κάτι καμένο, περίπου σαν τη θειούχα μυρωδιά που άφηναν τα βεγγαλικά. Υπήρχε μια πόλη πιο μπροστά, εκεί που ο δρόμος έβρισκε το ποτάμι· μπορεί κάποια παιδιά να είχαν έρθει εδώ, με πυροτεχνήματα των Διαφωτιστών.
Παραείναι μακριά για να έχουν έρθει παιδιά κρυφά ως εδώ. Μα είχε δει αγροκτήματα. Ό,τι κι αν είναι, δεν έχει σχέση με αυτό το σημάδι. Τα άλογα δεν πετούν και τα σκυλιά δεν αφήνουν πατημασιές στην πέτρα.
Είμαι τόσο κουρασμένος, που δεν δουλεύει σωστά το μυαλό μου.
Χασμουρήθηκε και χτύπησε με τις φτέρνες τα πλευρά του Γοργοπόδη. Το καφεγκρίζο άλογο άρχισε να καλπάζει ελαφρά για να πλησιάσει τους άλλους. Η Μουαραίν είχε βάλει γρήγορο ρυθμό στο ταξίδι τους από τότε που είχαν φύγει από την Τζάρα και αν σταματούσες έστω και για μια στιγμή, οι άλλοι δεν θα σε περίμεναν. Όταν αποφάσιζε κάτι η Άες Σεντάι, ήταν σκληρή σαν κρύος, σφυρηλατημένος σίδηρος. Ο Λόιαλ είχε σταματήσει να διαβάζει στη σέλα πριν από έξι μέρες, όταν, σηκώνοντας το βλέμμα, είχε βρει ότι ήταν ένα μίλι πίσω και οι υπόλοιποι χάνονταν πίσω από την κορυφή του επόμενου λόφου.
Ο Πέριν έκοψε ταχύτητα πλάι στο μεγάλο άλογο του Ογκιρανού, πίσω από τη λευκή φοράδα της Μουαραίν και χασμουρήθηκε πάλι. Ο Λαν ήταν κάπου μπροστά και ανίχνευε την περιοχή. Ο ήλιος πίσω τους ήθελε μια ώρα ακόμα για να αγγίξει τις κορυφές των δέντρων, αλλά ο Πρόμαχος είχε πει ότι θα έφταναν σε μια πόλη ονόματι Ρέμεν, πάνω στον Μανεθερεντρέλε, πριν σκοτεινιάσει. Ο Πέριν δεν ήξερε αν ήθελε να δει τι τους περίμενε εκεί. Δεν ήξερε τι θα ήταν αυτό, αλλά είχε μάθει να είναι επιφυλακτικός μετά την Τζάρα.
«Δεν καταλαβαίνω γιατί δεν μπορείς να κοιμηθείς», του είπε ο Λόιαλ. «Εγώ είμαι τόσο κουρασμένος όταν μας αφήνει να κάνουμε στάση για τη νύχτα, που αποκοιμιέμαι πριν καλά-καλά ξαπλώσω».
Ο Πέριν απλώς κούνησε το κεφάλι. Δεν υπήρχε τρόπος να εξηγήσει στον Λόιαλ ότι δεν τολμούσε να κοιμηθεί ήσυχα, ότι ακόμα και ο πιο ελαφρύς ύπνος ήταν γεμάτος ταραγμένα όνειρα. Σαν εκείνο το παράξενο, με την Εγκουέν και τον Άλτη. Ε, δεν είναι παράξενο που την ονειρεύομαι. Φως μου, τι να κάνει, άραγε; Τώρα θα είναι ασφαλής στον Πύργο, θα μελετά να γίνει Άες Σεντάι. Η Βέριν θα την προσέχει, θα προσέχει και τον Ματ, επίσης. Δεν του περνούσε από το νου ότι, ίσως, χρειαζόταν κάποιος να φροντίζει και τη Νυνάβε· κατά τη γνώμη του, όλοι όσοι βρίσκονταν γύρω από τη Νυνάβε ήθελαν κάποιον να τους προσέχει.