Δεν ήθελε να σκέφτεται τον Άλτη. Κατόρθωνε να διώχνει τους ζωντανούς λύκους από το κεφάλι του, αν και το τίμημα ήταν ότι ένιωθε σαν να τον είχε πετσοκόψει ένα βιαστικό χέρι· δεν ήθελε ούτε να σκεφτεί ότι μπορεί να τρύπωνε εκεί ένας νεκρός λύκος. Τίναξε το κεφάλι δυνατά και άνοιξε διάπλατα τα μάτια. Έστω κι αν αυτός ο λύκος ήταν ο Άλτης.
Υπήρχαν κι άλλοι λόγοι που δεν κοιμόταν καλά, εκτός από τα άσχημα όνειρα. Είχαν βρει κι άλλα ίχνη του περάσματος του Ραντ. Από την Τζάρα ως τον ποταμό Έλνταρ ο Πέριν δεν είχε δει κανένα, αλλά όταν είχαν περάσει τον Έλνταρ, από μια πέτρινη γέφυρα που ένωνε δύο γκρεμούς ύψους τριάντα μέτρων, είχαν αφήσει πίσω τους μια πόλη ονόματι Σιδώνα, που είχε γίνει στάχτες. Όλα τα κτίριά της. Τα μόνα πράγματα που στέκονταν όρθια, ανάμεσα στα χαλάσματα, ήταν μερικοί πέτρινοι τοίχοι και καμινάδες.
Οι κάτοικοί της, σε άθλια κατάσταση, είπαν ότι η αρχή έγινε από ένα φανάρι, που είχε πέσει σε έναν αχυρώνα και η φωτιά μάνιασε και τα πάντα πήγαν στραβά. Οι μισοί κουβάδες που βρήκαν είχαν τρύπες. Όλοι μα όλοι οι τοίχοι που καίγονταν έπεφταν προς τα έξω, λαμπαδιάζοντας τα γειτονικά σπίτια. Τα φλεγόμενα καδρόνια από το πανδοχείο, με κάποιον τρόπο είχαν κυλήσει ως το κεντρικό πηγάδι στην πλατεία, έτσι που κανένας δεν μπορούσε να πάρει νερό από κει για να σβήσει τις πυρκαγιές, ενώ πάνω σε τρία άλλα πηγάδια είχαν σωριαστεί σπίτια. Ακόμα και ο άνεμος φαινόταν να αλλάζει, μεταφέροντας τις φλόγες προς κάθε κατεύθυνση.
Δεν είχε χρειαστεί να ρωτήσει τη Μουαραίν αν αίτιο ήταν η παρουσία του Ραντ· το πρόσωπό της, σαν παγωμένο σίδερο, ήταν αρκετή απάντηση. Το Σχήμα έπαιρνε μορφή γύρω από τον Ραντ και η τύχη είχε τρελαθεί.
Μετά τη Σιδώνα είχαν περάσει από τέσσερα ακόμα χωριά κι εκεί μόνο ο Λαν, ανιχνεύοντας, τους είπε ότι ο Ραντ ήταν ακόμα μπροστά. Τώρα ο Ραντ ήταν πεζός, εδώ και αρκετό διάστημα. Είχαν βρει το άλογό του νεκρό στην Τζάρα κι ήταν σαν να το είχαν φάει λύκοι, ή άγρια σκυλιά. Ο Πέριν δυσκολεύτηκε να μην αφήσει το νου του να απλωθεί, ειδικά όταν η Μουαραίν σήκωσε το βλέμμα από το άλογο και τον κοίταξε. Ευτυχώς που ο Λαν είχε βρει ίχνη από τις μπότες του Ραντ, που έδειχναν ότι είχε αρχίσει να τρέχει μετά το νεκρό άλογο. Το τακούνι της μιας μπότας είχε ένα τρίγωνο σκίσιμο, από κάποιο βράχο· έτσι, τα ίχνη του ήταν ευδιάκριτα. Αλλά, είτε έφιππος είτε πεζός, έμοιαζε να βρίσκεται συνέχεια μπροστά τους.
Στα τέσσερα χωριά μετά τη Σιδώνα, το πιο συναρπαστικό που τους είχε συμβεί ήταν ότι είχαν δει την είσοδο του Λόιαλ και ότι είχαν μάθει πως ήταν Ογκιρανός αληθινός, με σάρκα και οστά. Τόσο τους είχε συναρπάσει, που σχεδόν δεν είχαν προσέξει τα μάτια του Πέριν και όταν τα είδαν... Ε, αφού ήταν αληθινοί οι Ογκιρανοί, τότε και οι άνθρωποι μπορεί να είχαν ό,τι χρώμα ήθελαν στα μάτια τους.
Ύστερα, όμως, ήρθε η σειρά ενός μέρους που λεγόταν Γουίλαρ και είχε γιορτή. Η πηγή του κοινού λιβαδιού στο χωριό ξανάβγαζε νερό ― έναν ολόκληρο χρόνο ήταν αναγκασμένοι να κουβαλούν νερό από το ποταμάκι ένα μίλι παραπέρα, οι προσπάθειές τους να ανοίξουν πηγάδια είχαν αποτύχει και ο μισός πληθυσμός είχε πάει αλλού. Το Γουίλαρ, τελικά, δεν θα πέθαινε. Σε γοργή αλληλουχία βρήκαν άλλα τρία άθικτα χωριά, όλα την ίδια μέρα, ενώ το επόμενο ήταν το Σαμάχα, όπου όλα τα πηγάδια είχαν στερέψει ακριβώς την προηγούμενη νύχτα και ο κόσμος μουρμούριζε για τον Σκοτεινό· έπειτα ήταν το Τάλαν, όπου όλοι οι παλιοί καυγάδες που είχε γνωρίσει ποτέ το χωριό, το προηγούμενο πρωινό είχαν ξαναβγεί στην επιφάνεια, σαν βόθρος που ξεχείλιζε και χρειάστηκαν τρεις φόνοι για να ταρακουνηθούν όλοι και να ξαναβρούν τα λογικά τους· και, τελικά, το Φάυαλ, όπου τα σπαρτά αυτή την άνοιξη έμοιαζαν να είναι στη χειρότερη κατάσταση από κάθε άλλη φορά που θυμόταν ο κόσμος, αλλά ο δήμαρχος, σκάβοντας για καινούριο απόπατο πίσω από το σπίτι του, είχε βρει σαπισμένα, δερμάτινα σακιά γεμάτα χρυσάφι κι έτσι κανένας δεν θα πεινούσε. Κανείς στο Φάυαλ δεν αναγνώριζε τα χοντρά νομίσματα, που στη μια όψη είχαν ένα γυναικείο πρόσωπο και στην άλλη έναν αετό· η Μουαραίν είπε ότι είχαν κοπεί στη Μανέθερεν.
Ο Πέριν, στο τέλος, την είχε ρωτήσει γι’ αυτό, ένα βράδυ που κάθονταν γύρω από τη φωτιά. «Μετά την Τζάρα νόμισα μήπως... Ήταν όλοι πολύ ευτυχισμένοι με τους γάμους τους. Ακόμα και οι Λευκομανδίτες, το μόνο που έπαθαν ήταν να γελοιοποιηθούν. Το Φάυαλ ήταν εντάξει —ο Ραντ δεν μπορεί να είχε σχέση με τα σπαρτά τους· είχαν πρόβλημα από πριν εμφανιστεί και το χρυσάφι τους ήρθε μια χαρά, πάνω στην ανάγκη τους― μα όλα τα υπόλοιπα... Η πόλη που κάηκε, τα πηγάδια που στέρεψαν και... Αυτό είναι του κακού, Μουαραίν. Δεν μπορώ να πιστέψω ότι ο Ραντ είναι κακός. Μπορεί το Σχήμα να παίρνει μορφή γύρω του, αλλά πώς μπορεί το Σχήμα να είναι τόσο κακό; Δεν είναι λογικό και τα πράγματα πρέπει να είναι λογικά. Αν κάνεις ένα εργαλείο που δεν έχει λογική στην κατασκευή του, τότε είναι άχρηστο μέταλλο. Το Σχήμα δεν θα έκανε κάτι άχρηστο».