Ο Λαν τον κοίταξε ειρωνικά και χάθηκε στο σκοτάδι, για να κάνει μια βόλτα γύρω από το στρατόπεδό τους. Ο Λόιαλ, που ήταν ήδη ξαπλωμένος στην κουβέρτα του, σήκωσε το κεφάλι για να ακούσει, με τα αυτιά στριμμένα μπροστά.
Η Μουαραίν έμεινε για λίγο σιωπηλή, ζεσταίνοντας τα χέρια της. Στο τέλος μίλησε, ατενίζοντας τις φλόγες. «Ο Δημιουργός είναι καλός, Πέριν. Ο Πατέρας του Ψεύδους είναι κακός. Το Σχήμα της Εποχής, ακόμα και η Δαντέλα των Εποχών, δεν είναι ούτε το ένα ούτε το άλλο. Το Σχήμα είναι αυτό που είναι. Ο Τροχός του Χρόνου υφαίνει κάθε ζωή στο Σχήμα, κάθε πράξη. Ένα σχήμα που έχει μονάχα ένα χρώμα, δεν είναι σχήμα. Για το Σχήμα μιας Εποχής, το καλό και το ρυπαρό είναι το υφάδι και το στημόνι».
Ακόμα κι εκεί που προχωρούσε με το άλογό του στην απογευματινή λιακάδα, ύστερα από τρεις μέρες, ο Πέριν ένιωθε την παγωνιά που είχε νιώσει όταν την είχε ακούσει να λέει πρώτη φορά τούτα τα λόγια. Ήθελε να πιστέψει ότι το Σχήμα ήταν καλό. Ήθελε να πιστέψει ότι, όταν οι άνθρωποι έκαναν κακά πράγματα, πήγαιναν ενάντια στο Σχήμα, το παραμόρφωναν. Γι’ αυτόν, το Σχήμα ήταν ένα λεπτό και περίτεχνο δημιούργημα ενός απαράμιλλου μάστορα. Ένιωθε παγωνιά στη σκέψη ότι το Σχήμα ανακάτευε, δίχως έγνοια, ευτελή μέταλλα μαζί με το καλό ατσάλι.
«Εγώ, όμως, νοιάζομαι», μουρμούρισε απαλά. «Φως μου, νοιάζομαι». Η Μουαραίν γύρισε το κεφάλι και του έριξε μια ματιά. Ο Πέριν έκλεισε το στόμα. Δεν ήξερε για ποιο πράγμα νοιαζόταν η Άες Σεντάι, πέρα από τον Ραντ.
Έπειτα από μερικά λεπτά, ο Λαν ήρθε από μπροστά και έφερε το μαύρο, πολεμικό άλογό του πλάι στη φοράδα της Μουαραίν. «Το Ρέμεν είναι λίγο πιο πέρα από τον άλλο λόφο», είπε. «Φαίνεται ότι είχαν αρκετή δουλειά τις τελευταίες μέρες».
Τα αυτιά του Λόιαλ έκαναν ένα τίναγμα. «Ο Ραντ;»
Ο Πρόμαχος κούνησε το κεφάλι. «Δεν ξέρω. Ίσως να καταλάβει η Μουαραίν όταν το δει». Η Άες Σεντάι του έριξε μια ερευνητική ματιά και μετά κέντρισε τη φοράδα της να προχωρήσει πιο γρήγορα.
Βγήκαν στην κορυφή του λόφου και το Ρέμεν απλώθηκε μπροστά τους, ακριβώς δίπλα από το ποτάμι. Ο Μανεθερεντρέλε εδώ είχε πλάτος πάνω από μισό μίλι και δεν υπήρχε γέφυρα, αν και υπήρχαν δύο γεμάτα κόσμο πορθμεία, όμοια με σχεδίες, τα οποία προχωρούσαν αργά με την ώθηση μακριών κουπιών, ενώ ένα επέστρεφε σχεδόν άδειο. Υπήρχαν τρία ακόμη σε μακριές, πέτρινες αποβάθρες, μαζί με πέντε ή έξι σκάφη εμπόρων του ποταμού, πολλά μονοκάταρτα κι άλλα δικάταρτα. Υπήρχαν μερικές μεγάλες αποθήκες από γκρίζα πέτρα, που χώριζαν το λιμάνι από την πόλη. Και τα κτίρια της πόλης έμοιαζαν τα περισσότερα φτιαγμένα από πέτρα, παρ’ όλο που είχαν στέγες με κεραμίδια όλων των χρωμάτων, από κίτρινα μέχρι κόκκινα και μωβ· οι δρόμοι εκτείνονταν προς όλες τις κατευθύνσεις γύρω από μια κεντρική πλατεία.
Η Μουαραίν σήκωσε την πλατιά κουκούλα του μανδύα της για να κρύψει το πρόσωπό της, πριν κατέβουν κάτω.
Ως συνήθως, ο κόσμος στους δρόμους κοίταζε τον Λόιαλ, αλλά αυτή τη φορά ο Πέριν άκουσε κάποιους να μουρμουρίζουν με δέος «Ογκιρανός». Ο Λόιαλ καθόταν στη σέλα πιο κορδωμένος από ποτέ, με τα αυτιά του να σηκώνονται ολόισια, ενώ ένα χαμόγελο έκανε τις άκρες του μεγάλου του στόματος να γυρνούν ανεπαίσθητα προς τα πάνω. Προφανώς, προσπαθούσε να μη δείξει ότι χαιρόταν, αλλά έμοιαζε με γάτα που της έξυναν τα αυτιά.
Για τον Πέριν, το Ρέμεν έμοιαζε με συνηθισμένο χωριό —ήταν γεμάτο ανθρώπινες μυρωδιές, οσμές ανθρώπινων κατασκευασμάτων και, φυσικά, με έντονη τη μυρωδιά του ποταμού― κι αναρωτιόταν τι να εννοούσε άραγε ο Λαν, όταν οι τρίχες στο σβέρκο του τεντώθηκαν, καθώς οσμιζόταν κάτι άσχημο. Μόλις το ένιωσε η μύτη του, αυτό χάθηκε, σαν αλογότριχα που πέφτει στα κάρβουνα, αλλά ο Πέριν το θυμόταν. Είχε νιώσει την ίδια οσμή στην Τζάρα και είχε χαθεί και τότε, με τον ίδιο τρόπο. Δεν ήταν Στρεβλωμένος ή Ουδεγέννητος -Τρόλοκ λέμε, που να καώ, όχι Στρεβλωμένος! Ούτε Ουδεγέννητος! Μυρντράαλ, Ξέθωρος, Ημιάνθρωπος, ναι, αλλά ποτέ Ουδεγέννητος!― δεν ήταν Τρόλοκ ή Ξέθωρος, αλλά η μυρωδιά ήταν εξίσου δριμεία, εξίσου βρωμερή. Μα φαινόταν πως ό,τι κι αν ήταν αυτό που ανάδινε αυτή τη μυρωδιά, δεν άφηνε μόνιμα το σημάδι του.