Μπήκαν στην πλατεία του Ρέμεν. Είχαν αφαιρέσει μια από τις μεγάλες πλάκες, ακριβώς στο κέντρο της πλατείας, για να μπορέσουν να στήσουν μια κρεμάλα. Από το χώμα υψωνόταν ένα χοντρό δοκάρι, το οποίο στήριζε το οριζόντιο ξύλο απ’ όπου κρεμόταν ένα σιδερένιο κλουβί, που το κάτω μέρος του ήταν τέσσερα βήματα ψηλότερα από το έδαφος. Μέσα στο κλουβί καθόταν ένας ψηλός άντρας, που φορούσε γκρίζα και καφετιά ρούχα, κρατώντας τα γόνατα κάτω από το σαγόνι του. Δεν είχε χώρο για να κάνει τίποτα άλλο. Τρία αγοράκια του πετούσαν πέτρες. Ο άντρας κοίταζε ίσια μπροστά, χωρίς καν να συσπάται το πρόσωπό του όταν τον πετύχαινε κάποια πέτρα ανάμεσα από τα κάγκελα. Μικρά ρυάκια αίματος κυλούσαν στο πρόσωπό του. Ούτε και οι χωρικοί, που περνούσαν από κει, έδιναν σημασία σε αυτό που έκαναν τα αγόρια, αν και όλοι έριχναν μια ματιά στο κλουβί, οι περισσότεροι επιδοκιμαστικά και κάποιοι με φόβο.
Η Μουαραίν έκανε έναν ήχο στο λαιμό της, που μπορεί να δήλωνε την αηδία της.
«Δεν είναι μόνο αυτό», είπε ο Λαν. «Έλα. Έχω κλείσει δωμάτια σε ένα πανδοχείο. Νομίζω πως θα το βρεις ενδιαφέρον».
Ο Πέριν κοίταξε πάνω από τον ώμο του τον άντρα στο κλουβί, καθώς ακολουθούσε τους άλλους δύο. Κάτι γνώριμο υπήρχε στον άντρα, αλλά δεν μπορούσε να το προσδιορίσει.
«Δεν είναι σωστό». Το μπουμπουνητό στη φωνή του Λόιαλ έμοιαζε έτοιμο να γίνει γρύλισμα. «Εννοώ, αυτό που κάνουν τα παιδιά. Οι μεγάλοι θα έπρεπε να τα σταματήσουν».
«Θα έπρεπε», συμφώνησε ο Πέριν, χωρίς να τον προσέχει. Γιατί μου φαίνεται γνώριμος;
Η ταμπέλα πάνω από την πόρτα του πανδοχείου στο οποίο τους οδήγησε ο Λαν, που βρισκόταν προς το ποτάμι, έλεγε το Καμίνι του Στρατοκόπου κι ο Πέριν το θεώρησε καλό οιωνό, αν και το μέρος δεν φαινόταν να έχει καμία σχέση με σιδηρουργείο, με εξαίρεση το σφυρί που ήταν ζωγραφισμένο στην ταμπέλα. Ήταν ένα μεγάλο, διώροφο κτίριο, με λουλακιά κεραμίδια, από τετραγωνισμένη, στιλβωμένη πέτρα, με μεγάλα παράθυρα και σπειροειδή σκαλίσματα στις πόρτες ― μια εμφάνιση που έδειχνε ευημερία. Σταβλίτες ήρθαν τρέχοντας να πάρουν τα άλογα και οι υποκλίσεις τους έγιναν ακόμα πιο βαθιές όταν ο Λαν τους πέταξε κέρματα.
Μέσα, το βλέμμα του Πέριν καρφώθηκε στον κόσμο. Οι άντρες και οι γυναίκες που κάθονταν στα τραπέζια φορούσαν όλοι τα γιορτινά τους και είχε πολύ καιρό να δει τόσα ολοκέντητα σακάκια, τόση δαντέλα σε φορέματα, τόσο πολύχρωμες κορδέλες και φουλάρια με κρόσσια. Μόνο τέσσερις άντρες σε ένα τραπέζι φορούσαν απλά σακάκια και ήταν οι μόνοι που δεν σήκωσαν το βλέμμα με προσδοκία όταν μπήκαν μέσα ο Πέριν με τους άλλους. Οι τέσσερις άντρες συνέχισαν να μιλούν χαμηλόφωνα. Ο Πέριν μπόρεσε να διακρίνει κάποια από τα λόγια τους, αν ήταν προτιμότερο να έχεις για φορτίο παγοπιπεριές ή γούνες και αν η αναταραχή στη Σαλδαία θα είχε κάποια επίδραση στις τιμές. Συμπέρανε πως ήταν καπετάνιοι εμπορικών πλοίων. Οι υπόλοιποι έμοιαζαν να είναι ντόπιοι. Ακόμα και οι σερβιτόρες φαινόταν να φοράνε τα καλύτερά τους ρούχα και οι μακριές ποδιές τους σκέπαζαν κεντητά φορέματα με δαντέλα στο λαιμό.
Η κουζίνα δούλευε εντατικά· ο Πέριν μύριζε βοδινό, αρνίσιο και μοσχαρίσιο κρέας, κοτόπουλο, καθώς επίσης και κάποια λαχανικά. Κι ένα μοσχοβολιστό γλυκό, που τον έκανε να ξεχάσει για μια στιγμή το κρέας.
Ο ίδιος ο πανδοχέας τους προϋπάντησε μόλις μπήκαν, ένας παχουλός, φαλακρός άντρας με λαμπερά καστανά μάτια και ροδαλό, απαλό πρόσωπο, που υποκλινόταν και σκούπιζε τα χέρια του. Αν δεν είχε πάει να τους βρει, ο Πέριν δεν θα καταλάβαινε ότι ήταν ο ιδιοκτήτης του πανδοχείου, διότι αντί για την αναμενόμενη άσπρη ποδιά, φορούσε σακάκι, σαν όλους τους άλλους, με άσπρα και πράσινα κεντίδια πάνω σε χοντρό, γαλάζιο, μάλλινο ύφασμα, που έκανε τον πανδοχέα να ιδρώνει από το βάρος του.
Γιατί όλοι φοράνε γιορτινά ρούχα; απόρησε ο Πέριν.
«Α, ο αφέντης Άτρα», είπε ο πανδοχέας, απευθυνόμενος στον Λαν. «Κι ένας Ογκιρανός, όπως το είπες. Όχι ότι αμφέβαλλα, φυσικά. Με τόσα που έγιναν, ποτέ το λόγο σου, αφέντη. Γιατί όχι και Ογκιρανός; Α, φίλε Ογκιρανέ, μου δίνει μεγαλύτερη χαρά απ’ όσο νομίζεις που σε υποδέχομαι στο σπίτι μου. Είναι ένα θαυμάσιο, ένα ταιριαστό αποκορύφωμα. Α, και η κυρά...» Το βλέμμα του πλανήθηκε στο βαθυγάλανο μετάξι του φορέματός της και το παχύ μάλλινο ύφασμα του μανδύα της, που ήταν σκονισμένο από το ταξίδι, αλλά ακόμα άθικτο. «Συγχώρεσέ με, αρχόντισσα, σε παρακαλώ». Υποκλίθηκε κι έγινε σαν πέταλο. «Ο αφέντης Άτρα δεν μίλησε πιο συγκεκριμένα για τη θέση σου, κυρά. Δεν ήθελα να φανώ ασεβής. Είσαι ακόμα πιο ευπρόσδεκτη κι από το φίλο Ογκιρανό εδώ, αρχόντισσα. Σε παρακαλώ, μην προσβάλλεσαι από την αδέξια γλώσσα του Γκάινορ Φέρλαν».