Выбрать главу

Ο πανδοχέας έτριψε το φαλακρό κεφάλι του. «Α, όχι, αρχόντισσα, δεν είναι έτσι ακριβώς. Μα θα είχαμε, να είσαι βέβαια γι’ αυτό, με είκοσι άγριους να τριγυρνούν αδέσποτοι. Όλοι θυμούνται που σκότωναν και διαγούμιζαν και έκαιγαν, περνώντας από την Καιρχίν. Ακόμα κι από αυτό το χωριό πήγαν άντρες στη Μάχη των Λαμπερών Τειχών, όταν συγκεντρώθηκαν τα έθνη για να τους κόψουν την πορεία. Εγώ, προσωπικά, υπέφερα από θλάση στην πλάτη τον καιρό εκείνο κι έτσι δεν μπορούσα να πάω, αλλά τα θυμάμαι καλά, όπως και όλοι μας. Πώς ήρθαν εδώ οι Αελίτες, τόσο μακριά από τη δική τους γη, γιατί ήρθαν εδώ, δεν το ξέρω, αλλά ο Άρχοντας Όρμπαν και ο Άρχοντας Γκαν μας έσωσαν απ’ αυτούς». Ο κόσμος γύρω, με τα γιορτινά ρούχα, μουρμούρισε ότι συμφωνούσε.

Ο Όρμπαν αυτοπροσώπως διέσχισε τρεκλίζοντας την κοινή αίθουσα και έμοιαζε να μη βλέπει κανέναν, εκτός από τον πανδοχέα. Ο Πέριν μύρισε ξινό κρασί, πριν καν ο άλλος τους πλησιάσει. «Πού χάθηκε εκείνη η γριά με τα βότανά της, Φέρλαν;» απαίτησε να μάθει ο Όρμπαν με τραχιά φωνή. «Οι πληγές του Γκαν τον πονούνε και νιώθω το κεφάλι μου έτοιμο να ανοίξει στα δύο».

Ο Φέρλαν έσκυψε τόσο, που παραλίγο να αγγίξει το πάτωμα με το μέτωπο. «Ε, η Μητέρα Λιτς θα έρθει το πρωί, Άρχοντα Όρμπαν. Γεννητούρια, αφέντη. Αλλά είπε ότι έραψε τις πληγές σου και έβαλε κατάπλασμα. Το ίδιο έκανε και στον Άρχοντα Γκαν κι έτσι δεν χρειάζεται να ανησυχείς. Ε, Άρχοντα Όρμπαν, είμαι βέβαιος ότι θα σε φροντίσει μόλις ξημερώσει».

Ο άντρας με τους επιδέσμους μουρμούρισε κάτι μέσα από τα δόντια του —που ξέφυγε από τα αυτιά των άλλων, αλλά όχι του Πέριν — ότι θα έπρεπε να περιμένει μια χωριάτισσα που «γεννοβολούσε σαν ζώο» και ότι τον είχε ράψει σαν «σακί με αλεύρι». Κοίταξε αλλού με το βλοσυρό, θυμωμένο βλέμμα του και φάνηκε να προσέχει για πρώτη φορά τους νεοφερμένους. Δεν έριξε δεύτερη ματιά στον Πέριν, κάτι για το οποίο ο Πέριν δεν ξαφνιάστηκε καθόλου. Τα μάτια του άνοιξαν λίγο όταν αντίκρισε τον Λόιαλ -έχει δει Ογκιρανό, σκέφτηκε ο Πέριν, αλλά δεν περίμενε να βρει κάποιον τέτοιο εδώ― και στένεψαν λίγο όταν κοίταξε τον Λαν -ξέρει πότε βλέπει μαχητή μπροστά τον και δεν τον αρέσει που είναι εδώ― και φωτίστηκαν καθώς έσκυβε για να κοιτάξει μέσα στην κουκούλα της Μουαραίν, αν και δεν ήταν αρκετά κοντά για να δει το πρόσωπό της.

Ο Πέριν αποφάσισε να μη σκεφτεί τίποτα γι’ αυτό, για ό,τι είχε να κάνει με μια Άες Σεντάι και έλπισε να μη δώσουν σημασία η Μουαραίν και ο Λαν, επίσης. Μια λάμψη στα μάτια του Προμάχου του είπε ότι αυτή η ελπίδα δεν θα έβγαινε αληθινή.

«Εσείς οι δώδεκα τα βάλατε με είκοσι Αελίτες;» ρώτησε ο Λαν με ουδέτερο τόνο.

Ο Όρμπαν ίσιωσε το κορμί με ένα μορφασμό. Με επιμελημένα ανέμελη φωνή, είπε: «Βέβαια, πρέπει να είσαι έτοιμος για τέτοια πράγματα όταν αναζητάς το Κέρας του Βαλίρ. Δεν ήταν η πρώτη τέτοια συνάντηση για τον Γκαν κι εμένα και δεν θα είναι η τελευταία, μέχρι να βρούμε το Κέρας. Αν το Φως λάμψει πάνω μας». Έτσι που τα έλεγε, θα ήταν αδιανόητο να πράξει διαφορετικά το Φως. «Δεν ήταν όλες οι μάχες μας με Αελίτες, φυσικά, αλλά υπάρχουν πάντα κάποιοι που θα ήθελαν να σταματήσουν τους Κυνηγούς, αν μπορούσαν. Εμένα και τον Γκαν δεν μας σταματά κάποιος τόσο εύκολα». Άλλο ένα μουρμουρητό επιδοκιμασίας ακούστηκε από τους χωρικούς. Ο Όρμπαν ίσιωσε κι άλλο το κορμί του.

«Έχασες έξι και πήρες έναν αιχμάλωτο». Από τη φωνή του Λαν, δεν ήταν σαφές αν η αναλογία ήταν καλή ή κακή.

«Βέβαια», είπε ο Όρμπαν, «σφάξαμε τους υπόλοιπους, εκτός από εκείνους που το έβαλαν στα πόδια. Το δίχως άλλο, τώρα κρύβουν τους νεκρούς τους· άκουσα ότι το συνηθίζουν. Οι Λευκομανδίτες βγήκαν και τους ψάχνουν, αλλά δεν πρόκειται να τους βρουν».

«Υπάρχουν Λευκομανδίτες εδώ;» ρώτησε κοφτά ο Πέριν.

Ο Όρμπαν του έριξε μια ματιά και για άλλη μια φορά δεν καταδέχτηκε να του δώσει σημασία. Απευθύνθηκε πάλι στον Λαν. «Οι Λευκομανδίτες πάντα χώνουν τη μύτη τους εκεί που ούτε τους θέλουν, ούτε τους έχουν ανάγκη. Ανίκανα τομάρια είναι όλοι τους. Βέβαια, μπορούν να ψάχνουν μέρες ολόκληρες με τα άλογά τους, αλλά αμφιβάλλω αν βρίσκουν έστω και τη σκιά τους».

«Κι εγώ αυτό λέω», είπε ο Λαν.

Ο άντρας με τον επίδεσμο έσμιξε τα φρύδια, σαν να μην καταλάβαινε τι ακριβώς εννοούσε ο Λαν και μετά στράφηκε ξανά στον πανδοχέα. «Βρες αυτή τη γριά, με άκουσες; Το κεφάλι μου πάει να σπάσει». Ρίχνοντας μια τελευταία ματιά στον Λαν, απομακρύνθηκε τρεκλίζοντας κι ανέβηκε τα σκαλοπάτια ένα-ένα, ενώ τον ακολουθούσαν μουρμουρητά θαυμασμού ― ένας Κυνηγός του Κέρατος, που είχε σκοτώσει Αελίτες.