Выбрать главу

«Ζωντανή πόλη». Η βαθιά φωνή του Λόιαλ τράβηξε πάνω του τα βλέμματα όλων. Με εξαίρεση τους καπετάνιους, οι οποίοι, απ’ όσο διέκρινε ο Πέριν, συζητούσαν για σκοινιά. «Όπου πάω, εσείς οι άνθρωποι κάνετε διάφορα, σας συμβαίνουν διάφορα, τρέχετε όλο φούρια. Πώς αντέχετε τόση έξαψη;»

«Α, φίλε Ογκιρανέ», είπε ο Φέρλαν, «είναι στο πετσί μας, εμείς οι άνθρωποι να θέλουμε έξαψη. Πόσο λυπάμαι που δεν είχα καταφέρει να πάω στα Λαμπερά Τείχη. Που να σας τα λέω, ήταν —»

«Τα δωμάτιά μας». Η Μουαραίν δεν ύψωσε τη φωνή της, αλλά τα λόγια της έκοψαν σαν μαχαίρι την ιστορία του πανδοχέα. «Ο Άτρα φρόντισε για δωμάτια, έτσι δεν είναι;»

«Α, αρχόντισσά μου, συγχώρεσε με. Μάλιστα, ο αφέντης Άτρα πράγματι έκλεισε δωμάτια. Συγχώρεσέ με, σε παρακαλώ, αρχόντισσα. Από δω, αν έχεις την καλοσύνη. Αν θέλεις να με ακολουθήσεις». Με υποκλίσεις και ρεβεράντζες, ζητώντας συγγνώμη, φλυαρώντας δίχως τέλος, ο Φέρλαν τους οδήγησε στα σκαλιά.

Στο κεφαλόσκαλο, ο Πέριν κοίταξε πίσω. Άκουγε να μουρμουρίζουν «αρχόντισσα» και «Ογκιρανός» εκεί κάτω, ένιωθε όλα εκείνα τα βλέμματα, αλλά του φαινόταν ότι αισθανόταν περισσότερο δυο συγκεκριμένα μάτια, κάποιον να κοιτάζει όχι τη Μουαραίν και τον Λόιαλ, μα τον ίδιο.

Τα βρήκε αμέσως. Αφενός, στεκόταν χωριστά από τους υπόλοιπους και αφετέρου ήταν η μοναδική γυναίκα στην αίθουσα που δεν είχε πάνω της ούτε ίχνος δαντέλας. Το σκουρόγκριζο, σχεδόν μαύρο φόρεμά της ήταν απλό, σαν τα ρούχα των καπετάνιων, με πλατιά μανίκια και στενή φούστα, δίχως το παραμικρό στόλισμα ή κεντίδι. Όταν η γυναίκα σάλεψε, ο Πέριν είδε ότι το φόρεμα άνοιγε στη μέση, για να μπορεί να καβαλήσει άλογο και από τον ποδόγυρο ξεπρόβαλλαν μαλακές μπότες. Ήταν νεαρή —το πολύ στην ηλικία του, ίσως― και ψηλή για γυναίκα, με μαύρα μαλλιά που έπεφταν ως τους ώμους. Η μύτη της ήταν στο όριο να χαρακτηριστεί μεγάλη και χοντρή, τα χείλη της ήταν σαρκώδη, τα ζυγωματικά της ψηλά και τα μάτια της μαύρα και κάπως γερτά. Ο Πέριν δεν μπορούσε να αποφασίσει αν ήταν όμορφη ή όχι.

Μόλις κάρφωσε το βλέμμα του πάνω της, εκείνη γύρισε για να μιλήσει σε μια σερβιτόρα και δεν ξανακοίταξε τις σκάλες, αλλά ο Πέριν ήταν σίγουρος πως δεν είχε κάνει λάθος. Τον κοίταζε.

34

Ένας Διαφορετικός Χορός

Ο Φέρλαν δεν έπαψε να φλυαρεί καθώς τους οδηγούσε στα δωμάτιά τους, αν και ο Πέριν δεν άκουγε τι έλεγε. Αναρωτιόταν αν η μελαχρινή κοπέλα ήξερε τι σήμαιναν τα κίτρινα μάτια του. Που να καώ, σίγουρα με κοίταζε. Έπειτα, άκουσε τον πανδοχέα να λέει «ανήγγειλαν τον Δράκοντα στην Γκεάλνταν» και σχεδόν ένιωσε τις μύτες των αυτιών του να σηκώνονται όρθιες, σαν του Λόιαλ.

Η Μουαραίν μαρμάρωσε στην πόρτα του δωματίου της. «Υπάρχει κι άλλος ψεύτικος Δράκοντας, πανδοχέα; Στην Γκεάλνταν;» Η κουκούλα του μανδύα ακόμα έκρυβε το πρόσωπό της, αλλά από τον τόνο της έμοιαζε συγκλονισμένη. Παρ’ όλο που περίμενε την απάντηση το πανδοχέα, ο Πέριν δεν μπόρεσε να μην την κοιτάξει· μύριζε πάνω της κάτι σαν φόβο.

«Ε, αρχόντισσά μου, δεν υπάρχει λόγος να φοβάσαι. Η Γκεάλνταν είναι εκατό λεύγες μακριά μας κι εδώ κανένας δεν θα σε πειράξει, αφού έχουμε μαζί μας τον αφέντη Άτρα, τον Άρχοντα Όρμπαν και τον Άρχοντα Γκαν. Επίσης —»

«Απάντησέ της!» είπε απότομα ο Λαν. «Υπάρχει ψεύτικος Δράκοντας στην Γκεάλνταν;»

«Α. Α, όχι, αφέντη Άτρα, όχι ακριβώς. Είπα ότι υπάρχει κάποιος που αναγγέλλει τον Δράκοντα στην Γκεάλνταν, έτσι μάθαμε πριν από μερικές μέρες. Επαγγέλλεται την έλευση του, θα μπορούσες να πεις. Μιλάει για εκείνον που ακούσαμε στο Τάραμπον. Αν και μερικοί λένε ότι είναι στο Άραντ Ντόμαν και όχι στο Τάραμπον. Όπως και να έχει, είναι πολύ μακριά από δω. Άλλες φορές, όλοι μας εδώ θα μιλούσαμε μονάχα γι’ αυτό, ίσως και για τα παραμύθια που λένε ότι ο στρατός του Γερακόφτερου γύρισε πίσω —» Από τον τρόπο που ο Φέρλαν ξεροκατάπιε, τρίβοντας πιο νευρικά τα χέρια του, θα έλεγε κανείς ότι τα ψυχρά μάτια του Λαν ήταν σαν λεπίδες μαχαιριού. «Ξέρω μόνο ό,τι ακούω, αφέντη Άτρα. Λένε ότι ο άνθρωπος αυτός έχει ένα βλέμμα που σε κάνει και μαρμαρώνεις εκεί που στέκεσαι και λέει κάθε λογής σαχλαμάρες για τον Δράκοντα, που θα έρθει, λέει, να μας σώσει και ότι όλοι πρέπει να τον ακολουθήσουμε και ότι ακόμα και τα θηρία θα πολεμήσουν για τον Δράκοντα. Δεν ξέρω αν τον έχουν ρίξει στη φυλακή, ή ακόμα. Αυτό είναι το πιθανότερο· οι Γκεαλντανοί δεν ανέχονται τέτοιες κουβέντες».

Ο Μασέμα, θαύμασε ο Πέριν. Ο καμένος ο Μασέμα είναι.

«Έχεις δίκιο, πανδοχέα», είπε ο Λαν. «Αυτός ο άνθρωπος μάλλον δεν θα μας ενοχλήσει εδώ. Κάποτε, είχα γνωρίσει έναν που του άρεσε να βγάζει κάτι παλαβούς λόγους. Πρέπει να τον θυμάσαι, αρχόντισσα Άλυς, έτσι δεν είναι; Τον Μασέμα;»

Η Μουαραίν τινάχτηκε. «Ο Μασέμα. Ναι. Πράγματι. Τον είχα βγάλει από το νου μου». Η φωνή της έγινε πιο σταθερή. «Την άλλη φορά που θα δω τον Μασέμα, θα ευχηθεί να του είχαν βγάλει το τομάρι και να το είχαν κάνει μπότες καλύτερα». Χτύπησε πίσω της την πόρτα με τόση δύναμη, που ο βρόντος αντήχησε στο διάδρομο.