Выбрать главу

«Κάντε ησυχία!» ακούστηκε μια πνιγμένη φωνή από την άλλη άκρη. «Το κεφάλι μου πάει να σπάσει!»

«Α». Ο Φέρλαν γύρισε νευρικά πρώτα προς τη μια μεριά του διαδρόμου και μετά προς την άλλη. «Α. Συγχώρεσέ με, αφέντη Άτρα, αλλά η αρχόντισσα Άλυς είναι μια πολύ ευέξαπτη γυναίκα».

«Μόνο με όσους τη δυσαρεστούν», είπε ωμά ο Λαν. «Δαγκώνει χειρότερα απ’ όσο γαβγίζει».

«Α! Α! Τα δωμάτιά σας είναι από δω πέρα. Ε, φίλε Ογκιρανέ, όταν ο αφέντης Άτρα μου είπε ότι θα έρθεις, έβαλα να φέρουν ένα παλιό Ογκιρανό κρεβάτι από τη σοφίτα, όπου μάζευε σκόνη εδώ και τριακόσια χρόνια πάνω-κάτω. Που να σου λέω, είναι...»

Ο Πέριν άφησε τις λέξεις να τον λούσουν χωρίς να τις ακούει, όπως ένας βράχος στο ποτάμι, που δεν ακούει το νερό. Η μελαχρινή νεαρή τον είχε βάλει σε ανησυχία. Όπως και ο φυλακισμένος Αελίτης.

Όταν μπήκε στο δωμάτιό του —ένα δωματιάκι στο πίσω μέρος· ο Λαν δεν είχε κάνει τίποτα που να διαψεύσει την ιδέα του πανδοχέα ότι ο Πέριν ήταν ένας υπηρέτης― συνέχισε να κινείται μηχανικά, ακόμα βυθισμένος στις σκέψεις του. Έβγαλε τη χορδή του τόξου και το ακούμπησε στη γωνία —όταν κρατούσες πολύ καιρό το τόξο τεντωμένο, χαλούσες και το τόξο και τη χορδή― και μετά άφησε την κουβέρτα και τα σακίδια της σέλας πλάι στο νιπτήρα και έριξε πάνω το μανδύα του. Κρέμασε τις ζώνες του με τη φαρέτρα και το τσεκούρι σε κάτι γάντζους στον τοίχο και είχε σχεδόν ξαπλώσει στο κρεβάτι, όταν ένα χασμουρητό, που παραλίγο να του ξεκολλήσει το σαγόνι, του θύμισε πόσο επικίνδυνο θα ήταν κάτι τέτοιο. Το κρεβάτι ήταν στενό και το στρώμα έμοιαζε να είναι γεμάτο λακκούβες· τούτο ήταν το πιο φιλόξενο κρεβάτι που θυμόταν. Αντί να κοιμηθεί, κάθισε στο τρίποδο σκαμνί και έβαλε το μυαλό του να δουλέψει. Πάντα του άρεσε να σκέφτεται το κάθε πράγμα διεξοδικά.

Ύστερα από λίγη ώρα, μερικά απαλά χτυπήματα ακούστηκαν από την πόρτα και ο Λόιαλ έχωσε το κεφάλι του στο δωμάτιο. Τα αυτιά του Ογκιρανού σχεδόν έτρεμαν από την έξαψη και το πλατύ χαμόγελό του σχεδόν του χώριζε στα δύο το κεφάλι. «Πέριν, δεν θα το πιστέψεις! Το κρεβάτι μου είναι από τραγουδισμένο ξύλο! Δεν ξέρω, πρέπει να είναι πάνω από χιλίων ετών. Τόσα χρόνια έχει Δεντροτραγουδιστής να τραγουδήσει τόσο μεγάλο αντικείμενο. Εγώ, προσωπικά, δεν θα το τολμούσα και έχω το ταλέντο πιο δυνατό μέσα μου από σχεδόν κάθε άλλον, πλέον. Για να πω την αλήθεια, βέβαια, δεν είμαστε και τόσο πολλοί αυτοί που να έχουμε το ταλέντο, τώρα πια. Αλλά είμαι πράγματι μέσα στους καλύτερους, απ’ όσους μπορούν να τραγουδήσουν το ξύλο».

«Αυτό είναι πολύ ενδιαφέρον», είπε ο Πέριν. Ένας Αελίτης σε κλουβί. Έτσι είχε πει η Μιν. Γιατί με κοίταζε εκείνη η κοπέλα;

«Αυτό είπα κι εγώ». Ο Λόιαλ φαινόταν κάπως απογοητευμένος που ο Πέριν δεν μοιραζόταν τον ενθουσιασμό του Ογκιρανού, αλλά ο Πέριν το μόνο που ήθελε ήταν να καθίσει και να σκεφτεί. «Το δείπνο κάτω είναι έτοιμο, Πέριν». Οι ευωδιές του μαγειρεμένου κρέατος, που αναδίδονταν από την κουζίνα, δεν τον ενδιέφεραν. Καλά-καλά δεν πρόσεξε τον Λόιαλ που έφευγε.

Με τα χέρια στα γόνατα, αφήνοντας κάποιο χασμουρητό αραιά και πού, προσπάθησε να ερμηνεύσει τα γεγονότα. Έμοιαζε με εκείνους τους γρίφους που έφτιαχνε ο αφέντης Λούχαν, τα μεταλλικά κομμάτια που έμοιαζαν να είναι συνδεμένα τέλεια. Μα πάντα υπήρχε ένα τρικ που μπορούσες να κάνεις για να ξεκολλήσουν οι μεταλλικοί κρίκοι και οι σπείρες και το ίδιο πρέπει να υπήρχε κι εδώ.

Η κοπέλα τον κοίταζε. Τα μάτια του μπορεί να ήταν η εξήγηση, μόνο που ο πανδοχέας δεν είχε δώσει σημασία ― κανείς από τους υπόλοιπους δεν τα είχε προσέξει καν. Είχαν έναν Ογκιρανό για να κοιτάζουν, Κυνηγούς του Κέρατος στο πανδοχείο, μια αρχόντισσα φιλοξενούμενη και έναν Αελίτη φυλακισμένο σε κλουβί στην πλατεία. Κάτι τόσο ασήμαντο, όπως το χρώμα των ματιών κάποιου, δεν θα μπορούσε να προσελκύσει την προσοχή τους· τίποτα πάνω σε έναν υπηρέτη δεν θα μπορούσε να ανταγωνιστεί τα άλλα. Γιατί, λοιπόν, διάλεξε εμένα να κοιτάξει;

Και ο Αελίτης στο κλουβί. Όσα έβλεπε η Μιν ήταν πάντοτε σημαντικά. Αλλά τι εννοούσε; Τι έπρεπε να κάνει τώρα ο Πέριν; Μπορούσα να σταματήσω εκείνα τα παιδιά που τον πετροβολούσαν. Έπρεπε να τα είχα σταματήσει. Είπε στον εαυτό του, χωρίς να το πιστεύει ιδιαίτερα, ότι οι μεγάλοι θα του είχαν πει να μη φυτρώνει εκεί που δεν τον σπέρνουν, ότι ήταν ξένος στο Ρέμεν και ότι ο Αελίτης δεν ήταν δική του έγνοια. Έπρεπε να είχα προσπαθήσει.