Выбрать главу

Η κοινή αίθουσα ήταν ξέχειλη από κόσμο, όλες οι καρέκλες ήταν πιασμένες, ενώ είχαν φέρει κι άλλα σκαμνιά και πάγκους και όσοι δεν είχαν πού να καθίσουν, στέκονταν όρθιοι στους τοίχους. Δεν έβλεπε πουθενά τη μελαχρινή κοπέλα και κανένας άλλος δεν τον κοίταξε δεύτερη φορά, καθώς διέσχιζε βιαστικά την αίθουσα.

Ο Όρμπαν είχε ένα τραπέζι δικό του και το μπανταρισμένο πόδι του ήταν απλωμένο σε μια καρέκλα με μαξιλαράκι, με μια μαλακή παντόφλα σε εκείνο το πόδι και με ένα ασημένιο κύπελλο στο χέρι, το οποίο οι σερβιτόρες γέμιζαν συνεχώς με κρασί. «Έτσι είναι», έλεγε μιλώντας σε ολόκληρη την αίθουσα, «ο Γκαν κι εγώ ξέραμε ότι οι Αελίτες είναι σκληροί μαχητές, αλλά δεν είχαμε χρόνο για δισταγμούς. Τράβηξα το σπαθί μου και έχωσα τις φτέρνες μου στα πλευρά του Λέοντα...»

Ο Πέριν αναπήδησε και μετά συνειδητοποίησε ότι ο άλλος εννοούσε ότι το άλογό του ονομαζόταν Λέων. Τον έχω ικανό να πει ότι καβαλίκευε λιοντάρι. Ένιωσε ντροπή· μπορεί να μη συμπαθούσε αυτό τον άνθρωπο, αλλά δεν ήταν αυτός λόγος να πιστεύει ότι θα έφτανε σε σημείο να κομπάζει τόσο. Έτρεξε έξω, χωρίς να κοιτάξει πίσω.

Ο δρόμος μπροστά από το πανδοχείο ήταν γεμάτος κόσμο, σαν την κοινή αίθουσα ― οι άνθρωποι που δεν χωρούσαν μέσα κοίταζαν από τα παράθυρα, ενώ ένα σχεδόν διπλάσιο πλήθος ήταν κολλημένο στις πόρτες για να ακούσει την εξιστόρηση του Όρμπαν. Κανένας δεν έριξε δεύτερη ματιά στον Πέριν, παρ’ όλο που το πέρασμά του προκάλεσε διαμαρτυρίες, από εκείνους που απομακρύνθηκαν με αυτό τον τρόπο κι άλλο από την πόρτα.

Όσοι  βρίσκονταν έξω, στη νύχτα, πρέπει να ήταν όλοι μαζεμένοι στο πανδοχείο, επειδή ο Πέριν δεν έβλεπε κανέναν καθώς προχωρούσε στην πλατεία. Μερικές φορές, έβλεπε τη σκιά κάποιου να περνά από ένα φωτισμένο παράθυρο, αλλά αυτό ήταν όλο. Είχε, όμως, την αίσθηση ότι τον παρακολουθούσαν και κοίταξε γύρω του ανήσυχα. Υπήρχαν μόνο οι δρόμοι, παραδομένοι στην αγκαλιά της νύχτας, με τα αχνοφωτισμένα παράθυρά τους. Ολόγυρα στην πλατεία, τα περισσότερα παράθυρα ήταν σκοτεινά, με εξαίρεση κάποια στους πάνω ορόφους.

Η αγχόνη ήταν όπως τη θυμόταν και ο αιχμαλωτισμένος —ο Αελίτης― βρισκόταν μέσα στο κλουβί, το οποίο κρεμόταν πιο ψηλά απ’ όσο έφτανε ο Πέριν. Ο Αελίτης φαινόταν ξύπνιος —είχε, πάντως, το κεφάλι ψηλά― αλλά δεν έσκυψε να κοιτάξει τον Πέριν. Κάτω από το κλουβί ήταν σκορπισμένες οι πέτρες που του έριχναν τα παιδιά.

Το κλουβί το συγκρατούσε ένα χοντρό σκοινί, στερεωμένο σε έναν κρίκο σε κάποιο από τα πάνω κάγκελα, το οποίο περνούσε από μια βαριά τροχαλία του οριζόντιου ξύλου και κατέβαινε σε δύο κοντά, χοντρά ξύλα, που βρίσκονταν δεξιά κι αριστερά του κάθετου δοκαριού και είχαν το μισό του ύψος. Το υπόλοιπο σκοινί ήταν αφημένο σε έναν μπλεγμένο σωρό στη βάση της αγχόνης.

Ο Πέριν κοίταξε πάλι γύρω του, ερευνώντας με το βλέμμα τη σκοτεινή πλατεία. Ακόμα είχε την αίσθηση ότι τον παρακολουθούσαν, αλλά και πάλι δεν είδε κάτι. Έστησε αυτί και δεν άκουσε τίποτα. Από τα σπίτια μύρισε καπνό καμινάδας και φαγητά που μαγειρεύονταν, από τον άντρα στο κλουβί ιδρώτα και ξεραμένο αίμα. Όχι φόβο.

Το βάρος του και μετά είναι και το κλουβί, σκέφτηκε καθώς πλησίαζε το ικρίωμα. Δεν ήξερε πότε είχε αποφασίσει να το κάνει, ή αν όντως το είχε αποφασίσει, αλλά ήξερε ότι θα το έκανε.

Δίπλωσε το πόδι του γύρω από το βαρύ, κάθετο δοκάρι και τράβηξε το σκοινί, σηκώνοντας το κλουβί όσο χρειαζόταν για να λασκάρει λίγο. Ο τρόπος που τινάχτηκε το σκοινί, του είπε ότι ο αιχμαλωτισμένος στο κλουβί είχε σαλέψει, επιτέλους, αλλά ο Πέριν βιαζόταν και δεν μπορούσε να σταματήσει και να του πει τι έκανε. Το λάσκο στο σκοινί τον βοήθησε να το ξετυλίξει γύρω από τα κοντόχοντρα ξύλα. Πιασμένος από το δοκάρι με το πόδι, κατέβασε αμέσως το κλουβί στο πλακόστρωτο, αμολώντας το σκοινί.

Ο Αελίτης τώρα τον κοίταζε, εξετάζοντάς τον αμίλητος. Ο Πέριν δεν είπε τίποτα. Όταν είδε καλά το κλουβί, το στόμα του σφίχτηκε. Όταν κάνεις ένα πράγμα, ακόμα και κάτι τέτοιο, οφείλεις να το φτιάχνεις σωστά. Όλη η πρόσοψη του κλουβιού ήταν μια πόρτα στηριγμένη σε πρόχειρους μεντεσέδες, που τους είχε φτιάξει κάποιο βιαστικό χέρι, την οποία συγκρατούσε μια καλή σιδερένια κλειδωνιά σε μια αλυσίδα πρόχειρα φτιαγμένη, σαν το κλουβί. Ψηλάφισε την αλυσίδα, ώσπου βρήκε τον πιο κακοφτιαγμένο κρίκο και μετά έχωσε εκεί το χοντρό καρφί του τσεκουριού του. Με ένα απότομο γύρισμα του καρπού, ο κρίκος άνοιξε. Μέσα σε δευτερόλεπτα έπιασε την αλυσίδα και την τράβηξε, προκαλώντας ένα συρτό, μεταλλικό ήχο και άνοιξε το μπροστινό μέρος του κλουβιού.