Выбрать главу

Ο Αελίτης καθόταν εκεί, με τα γόνατα ακόμα κάτω από το σαγόνι του, παρατηρώντας τον.

«Τι έγινε;» ψιθύρισε βραχνά ο Πέριν. «Την άνοιξα, αλλά δεν θα σε κουβαλήσω κιόλας, που να πάρει». Κοίταξε βιαστικά ολόγυρά του στη σκοτεινή πλατεία. Ακόμα δεν σάλευε τίποτα, αλλά είχε την αίσθηση ότι κάποια μάτια τον παρακολουθούσαν.

«Είσαι χεροδύναμος, υδρόβιε». Ο Αελίτης δεν έκανε άλλη κίνηση, μόνο ανεβοκατέβαζε τους ώμους του. «Χρειάστηκαν τρεις για να με ανεβάσουν εκεί. Και τώρα εσύ με κατεβάζεις. Γιατί;»

«Δεν μου αρέσει να βλέπω ανθρώπους σε κλουβιά», ψιθύρισε ο Πέριν. Ήθελε να φύγει. Το κλουβί ήταν ανοιχτό κι εκείνα τα μάτια τον παρακολουθούσαν. Αλλά ο Αελίτης δεν έλεγε να το κουνήσει. Αν είναι να κάνεις κάτι, κάνε το σωστά. «Θα φύγεις από κει πριν έρθει κάποιος;»

Ο Αελίτης άρπαξε το μπροστινό κάγκελο του κλουβιού και με μια κίνηση τράβηξε το κορμί του έξω και στηρίχτηκε στα πόδια του. Μετά έμεινε εκεί, μισοκρεμασμένος, να τον συγκρατεί η λαβή του στο σιδερένιο κάγκελο. Αν στεκόταν όρθιος, θα περνούσε ένα κεφάλι τον Πέριν. Κοίταξε φευγαλέα τα μάτια του Πέριν —ο Πέριν ήξερε πώς έλαμπαν τώρα, σαν στιλβωμένο χρυσάφι στο φως του φεγγαριού― αλλά δεν είπε τίποτα. «Από χθες είμαι εδώ μέσα, υδρόβιε». Μιλούσε σαν τον Λαν. Όχι ότι έμοιαζαν στη φωνή ή την προφορά, αλλά ο Αελίτης είχε την ίδια ατάραχη ψυχραιμία, την ίδια γαλήνια βεβαιότητα. «Θέλω μια στιγμή για να ξανανιώσω τα πόδια μου. Είμαι ο Γκαούλ, της φυλής του Ιμράν του Σάραντ Άελ, υδρόβιε. Είμαι ένας Σά’εν Μ’τάαλ, ένας Πέτρινος Σκύλος. Το νερό μου είναι δικό σου».

«Ε, είμαι ο Πέριν Αϋμπάρα. Από τους Δύο Ποταμούς. Είμαι σιδεράς». Ο άλλος βγήκε από το κλουβί· τώρα ο Πέριν μπορούσε να φύγει. Μόνο που, αν ερχόταν κάποιος πριν κατορθώσει ο Γκαούλ να περπατήσει ξανά, τότε ή θα ξανάκλειναν τον Αελίτη στο κλουβί ή θα τον σκότωναν ― είτε με τον έναν τρόπο, είτε με τον άλλο, ο κόπος του Πέριν θα είχε πάει χαμένος. «Αν το είχα σκεφτεί, θα έφερνα ένα παγούρι, ή ένα ασκί. Γιατί με λες “υδρόβιο”;»

Ο Γκαούλ έδειξε το ποτάμι· ακόμα και τα μάτια του Πέριν δεν ήταν σίγουρα με το σεληνόφως, αλλά του φάνηκε ότι, για πρώτη φορά, ο Αελίτης έδειχνε ανησυχία. «Πριν από τρεις μέρες, είδα μια κοπέλα να τσαλαβουτά σε μια πελώρια λίμνη νερού. Πρέπει να είχε πλάτος είκοσι βήματα. Η κοπέλα... σύρθηκε εκεί μέσα». Με το ένα χέρι έκανε μια αδέξια κίνηση, σαν να κολυμπούσε. «Γενναία κοπέλα. Παραλίγο να... λιποψυχήσω... περνώντας αυτά τα ποτάμια. Δεν είχα φανταστεί ότι θα παρακαλούσα να μην έχει τόσο νερό, αλλά βέβαια δεν είχα υποψιαστεί ότι έχετε τόσο νερό εσείς οι υδρόβιοι στον κόσμο σας».

Ο Πέριν κούνησε το κεφάλι. Ήξερε ότι η Ερημιά του Αελ διέθετε ελάχιστο νερό —ήταν ένα από τα λίγα πράγματα που ήξερε για την Ερημιά και το Άελ― αλλά δεν είχε φανταστεί ότι θα ήταν τόσο λίγο, ώστε να προκαλεί τέτοια αντίδραση. «Είσαι πολύ μακριά από την πατρίδα σου, Γκαούλ. Τι γυρεύεις εδώ;»

«Ψάχνουμε», είπε αργά ο Γκαούλ. «Ψάχνουμε για Εκείνον που Έρχεται με την Αυγή».

Ο Πέριν είχε ξανακούσει αυτό το όνομα, υπό συνθήκες τέτοιες που ήταν βέβαιος σε ποιον αναφερόταν. Φως μου, όλα καταλήγουν πάλι στον Ραντ. Είμαι δεμένος μαζί τον, σαν ιδιότροπο άλογο που θες να το πεταλώσεις. «Ψάχνεις σε λάθος κατεύθυνση, Γκαούλ. Κι εγώ ψάχνω γι’ αυτόν κι έχει πάρει το δρόμο για το Δάκρυ».

«Το Δάκρυ;» Ο Αελίτης φάνηκε να ξαφνιάζεται. «Γιατί...; Μα έτσι πρέπει να είναι. Η προφητεία λέει ότι, όταν πέσει η Πέτρα του Δακρύου, τότε επιτέλους θα αφήσουμε την Τρίπτυχη Γη». Έτσι ονόμαζαν οι Αελίτες την Ερημιά. «Λέει ότι θα αλλάξουμε, ότι θα ξαναβρούμε αυτό που μας ανήκε και το χάσαμε».

«Μπορεί να είναι κι έτσι. Δεν ξέρω τις προφητείες σας, Γκαούλ. Είσαι έτοιμος να φύγεις; Ανά πάσα στιγμή μπορεί να περάσει κάποιος».

«Είναι πολύ αργά για να τρέξω», είπε ο Γκαούλ και μια βαθιά φωνή αντήχησε: «Ο βάρβαρος ελευθερώθηκε!» Δέκα ή δώδεκα άντρες με λευκούς μανδύες διέσχισαν τρέχοντας την πλατεία, τραβώντας σπαθιά, με κωνικά κράνη που γυάλιζαν στο φως του φεγγαριού. Τέκνα του Φωτός.

Σαν να είχε όλο το χρόνο στη διάθεσή του, ο Γκαούλ σήκωσε ήρεμα ένα σκούρο ύφασμα από τους ώμους και το τύλιξε γύρω από το κεφάλι του, τελειώνοντας με ένα χοντρό, μαύρο πέπλο, που έκρυβε όλο του το πρόσωπο, εκτός από τα μάτια. «Θέλεις να χορέψεις, Πέριν Αϋμπάρα;» ρώτησε. Αμέσως χίμηξε μακριά από το κλουβί. Κατευθείαν προς τους Λευκομανδίτες που έρχονταν.

Για μια στιγμή, εκείνοι έμειναν ξαφνιασμένοι, αλλά εκείνη η στιγμή ήταν το μόνο που ήθελε ο Αελίτης. Κλώτσησε το σπαθί από το χέρι του πρώτου, που τον είχε φτάσει, ύστερα με το χέρι τεντωμένο χτύπησε, σαν μαχαίρι, το λαιμό του Λευκομανδίτη και γλίστρησε γύρω του καθώς ο άλλος έπεφτε. Το μπράτσο του δεύτερου άφησε ένα δυνατό κρότο, καθώς του το έσπαγε ο Γκαούλ. Τον έσπρωξε στα πόδια του τρίτου στρατιώτη και κλώτσησε τον τέταρτο στο πρόσωπο. Στ’ αλήθεια έμοιαζε με χορό, καθώς πήγαινε από τον πρώτο στο δεύτερο, χωρίς να σταματά ή να κόβει ταχύτητα, αν και ο τρίτος ξανασηκωνόταν, όσο εκείνος με το σπασμένο μπράτσο έπιανε το σπαθί με το άλλο χέρι. Ο Γκαούλ χόρευε ανάμεσα σε όλους.