Выбрать главу

Ο Πέριν πρόλαβε μονάχα μια στιγμή να κοιτάξει με κατάπληξη, επειδή δεν είχαν στρέψει όλοι οι Λευκομανδίτες την προσοχή τους στον Αελίτη. Την τελευταία στιγμή, άρπαξε τη λαβή του τσεκουριού του με τα δύο χέρια, απέκρουσε μια σπαθιά, ανέβασε το τσεκούρι... και θέλησε να κραυγάσει, καθώς η λεπίδα του, που έμοιαζε με μισοφέγγαρο, έσκιζε το λαιμό του άλλου. Αλλά δεν προλάβαινε να κραυγάσει, ούτε να μετανιώσει· κι άλλοι Λευκομανδίτες ακολούθησαν τον πρώτο που είχε πέσει. Μισούσε τις ανοιχτές πληγές που άφηνε το τσεκούρι, σιχαινόταν τον τρόπο που έκοβε την αλυσιδωτή πανοπλία για να ξεσκίσει τη σάρκα από κάτω, τον τόπο που έσκιζε κράνος και κρανίο, με την ίδια άνεση. Τα μισούσε όλα αυτά. Αλλά δεν ήθελε να πεθάνει.

Ο χρόνος φάνηκε να συμπιέζεται και να απλώνεται ταυτοχρόνως. Ένιωθε το σώμα του σαν να πολεμούσε ώρες και η ανάσα του έγδερνε το λαιμό του. Οι στρατιώτες έμοιαζαν να κινούνται αργά, σαν να ήταν μέσα σε μαρμελάδα. Έμοιαζαν να πηδούν, μέσα σε μια στιγμή, από το σημείο που στέκονταν πριν, στο σημείο που έπεφταν μετά. Ο ιδρώτας κυλούσε στο πρόσωπό του, αλλά ένιωθε την παγωνιά του νερού. Πολεμούσε για τη ζωή του και δεν μπορούσε να πει αν αυτό είχε κρατήσει δευτερόλεπτα ή όλη τη νύχτα.

Όταν, τελικά, στάθηκε όρθιος, λαχανιασμένος και αποσβολωμένος, κοιτάζοντας δώδεκα άντρες με λευκούς μανδύες να κείτονται στο πλακόστρωτο της πλατείας, το φεγγάρι δεν έμοιαζε να έχει κουνηθεί ρούπι. Μερικοί άντρες βογκούσαν άλλοι ξάπλωναν σιωπηλοί και ασάλευτοι. Ανάμεσά τους στεκόταν ο Γκαούλ, ακόμα με το πέπλο, ακόμα με τα χέρια άδεια. Οι περισσότεροι από τους πεσμένους ήταν δικό του έργο. Ο Πέριν ευχήθηκε να είχε σκοτώσει ο Γκαούλ και τους υπόλοιπους και ένιωσε ντροπή γι’ αυτό. Η μυρωδιά του αίματος και του θανάτου ήταν έντονη και δριμεία.

«Δεν χορεύεις άσχημα τα δόρατα, Πέριν Αϋμπάρα».

Με το κεφάλι να στριφογυρίζει, ο Πέριν μουρμούρισε: «Δεν καταλαβαίνω πώς μπόρεσαν δώδεκα άντρες να πολεμήσουν με είκοσι από εσάς και να νικήσουν, έστω κι αν οι δύο ήταν Κυνηγοί».

«Έτσι λένε;» Ο Γκαούλ γέλασε μαλακά. «Ο Σάριεν κι εγώ ήμασταν απρόσεκτοι, επειδή είχαμε περάσει πολύ καιρό σε αυτές τις μαλθακές χώρες και ο άνεμος ήταν από τη λάθος κατεύθυνση, οπότε δεν μυριστήκαμε τίποτα. Πέσαμε πάνω τους πριν καλά-καλά το καταλάβουμε. Ε, ο Σάριεν είναι νεκρός κι εγώ πιάστηκα στο κλουβί σαν βλάκας, άρα ίσως πληρώσαμε το λάθος μας. Είναι ώρα να τρέξουμε, υδρόβιε. Το Δάκρυ· θα το θυμάμαι». Στο τέλος, χαμήλωσε το μαύρο πέπλο. «Είθε να βρίσκεις πάντα νερό και σκιά, Πέριν Αϋμπάρα». Έστριψε και άρχισε να τρέχει μέσα στη νύχτα.

Ο Πέριν έκανε να τρέξει κι αυτός και μετά κατάλαβε ότι είχε ένα ματωμένο τσεκούρι στα χέρια. Σκούπισε βιαστικά την καμπυλωτή λεπίδα στο μανδύα ενός νεκρού. Είναι πεθαμένος, που να καώ, και ο μανδύας είναι ήδη ματωμένος. Πίεσε τον εαυτό του να ξαναβάλει τη λαβή στη θηλιά της ζώνης και μετά άρχισε να τρέχει σιγά.

Πριν κάνει κάμποσα βήματα, την είδε ― είδε τη λεπτή μορφή στην άκρη της πλατείας, που φορούσε στενή, σκούρα φούστα. Η κοπέλα γύρισε κι άρχισε να τρέχει· ο Πέριν είδε ότι η φούστα άνοιγε στη μέση. Μπήκε στο δρομάκι κι εξαφανίστηκε.

Ο Λαν τον αντάμωσε, πριν φτάσει στο μέρος που στεκόταν η κοπέλα. Ο Πρόμαχος πρόσεξε το κλουβί, που στεκόταν άδειο στη βάση του ικριώματος, πρόσεξε τους λευκούς σωρούς, που αντανακλούσαν το φως του φεγγαριού και έριξε πίσω το κεφάλι, σαν έτοιμος να εκραγεί. Με φωνή σφιγμένη και σκληρή, σαν καινούρια ρόδα άμαξας, είπε: «Δική σου δουλειά είναι όλο αυτό, σιδερά; Που να με κάψει το Φως! Υπάρχει κανείς που μπορεί να πει ότι είχες ανάμιξη;»

«Μια κοπέλα», είπε ο Πέριν. «Νομίζω ότι το είδε. Δεν θέλω να της κάνεις κακό, Λαν! Μπορεί να το είδαν και πολλοί άλλοι. Υπάρχουν πολλά φωτισμένα παράθυρα ολόγυρα».

Ο Πρόμαχος άρπαξε τον Πέριν από το μανίκι και τον έσπρωξε προς το πανδοχείο. «Είδα μια κοπέλα να τρέχει, αλλά μου φάνηκε... Δεν έχει σημασία. Μάζεψε τον Ογκιρανό και φέρε τον στο στάβλο. Ύστερα απ’ αυτό, θα πρέπει να πάμε τα άλογά μας στις αποβάθρες όσο το δυνατόν γρηγορότερα. Το Φως μόνο ξέρει αν υπάρχει πλοίο που να σαλπάρει απόψε κι αν όχι, πόσα χρήματα θα πρέπει να δώσω για να ναυλώσω ένα. Μην κάνεις ερωτήσεις, σιδερά! Ξεκίνα! Τρέξε!»