Выбрать главу

35

Το Γεράκι

Τα μακριά πόδια του Προμάχου του έδιναν το προβάδισμα και όταν ο Πέριν διέσχιζε το πλήθος, που ήταν μαζεμένο έξω από τις πόρτες του πανδοχείου, ο Λαν ήδη ανέβαινε τα σκαλιά με μεγάλες δρασκελιές, χωρίς να δείχνει ότι βιαζόταν ιδιαίτερα. Ο Πέριν αποφάσισε να προχωρήσει αργά. Από την πόρτα, πίσω του, ακούστηκαν διαμαρτυρίες για εκείνους που έρχονταν να στριμωχτούν μπροστά στους άλλους.

«Ξανά;» έλεγε ο Όρμπαν, υψώνοντας το αργυρό κύπελλό του για να το ξαναγεμίσουν. «Πολύ καλά, λοιπόν. Είχαν στήσει ενέδρα κοντά στο δρόμο που είχαμε πάρει. Δεν περίμενα ενέδρα τόσο κοντά στο Ρέμεν. Ουρλιάζοντας, εφόρμησαν από τους πυκνούς θάμνους. Βρέθηκαν μέσα σε μια στιγμή ανάμεσά μας, τρυπώντας με τα δόρατα, σκοτώνοντας αμέσως δύο από τους καλύτερους άντρες μου και έναν του Γκαν. Λοιπόν, ξέρω κι αναγνωρίζω τους Αελίτες όταν τους δω μπροστά μου και...»

Ο Πέριν ανέβηκε βιαστικά τη σκάλα. Τώρα, πάντως, ο Όρμπαν τους ξέρει.

Πίσω από την πόρτα της Μουαραίν ακούστηκαν φωνές. Ο Πέριν δεν ήθελε να ακούσει τι είχε να πει για το θέμα η Άες Σεντάι. Πέρασε βιαστικά κι έχωσε το κεφάλι του στο δωμάτιο του Λόιαλ.

Το κρεβάτι του Ογκιρανού ήταν ένα κοντό, ογκώδες κατασκεύασμα, δυο φορές μακρύτερο και ανάλογα πλατύτερο από κάθε ανθρώπινο κρεβάτι που είχε δει ποτέ ο Πέριν. Καταλάμβανε το μεγαλύτερο μέρος του δωματίου, το οποίο ήταν μεγάλο και περιποιημένο, σαν της Μουαραίν. Ο Πέριν θυμήθηκε αμυδρά κάτι που είχε πει ο Λόιαλ, ότι ήταν από τραγουδισμένο ξύλο και υπό άλλες συνθήκες θα σταματούσε για να θαυμάσει τις αρμονικές καμπύλες του, που το έκαναν να φαντάζει σαν να είχε φυτρώσει κατά κάποιον τρόπο εκεί που στεκόταν. Σίγουρα, κάποιος Ογκιρανός είχε σταματήσει στο Ρέμεν κάποτε στο παρελθόν, επειδή ο πανδοχέας είχε βρει, επίσης, μια ξύλινη πολυθρόνα που χωρούσε τον Λόιαλ και την είχε γεμίσει μικρά μαξιλάρια. Ο Ογκιρανός είχε βολευτεί στα μαξιλάρια φορώντας πουκάμισο και φαρδύ παντελόνι, ξύνοντας αφηρημένα το γυμνό αστράγαλό του με ένα δάχτυλο του άλλου ποδιού, ενώ έγραφε σε ένα μεγάλο, δεμένο με ύφασμα βιβλίο, που στηριζόταν στο μπράτσο της πολυθρόνας. «Φεύγουμε!» είπε ο Πέριν.

Ο Λόιαλ τινάχτηκε· παραλίγο να αναποδογυρίσει το μελανοδοχείο και να ρίξει κάτω το βιβλίο. «Φεύγουμε; Μα μόλις τώρα φτάσαμε», μπουμπούνισε.

«Ναι, φεύγουμε. Συνάντησέ μας στο στάβλο όσο το δυνατόν γρηγορότερα. Το νου σου, μη σε δει κανείς να φεύγεις. Νομίζω ότι έχει μια σκάλα πίσω, που κατεβαίνει από τα μαγειρεία». Σίγουρα θα υπήρχε, επειδή στην άκρη του διαδρόμου οι μυρωδιές των φαγητών ήταν πολύ έντονες.

Ο Ογκιρανός έριξε μια λυπημένη ματιά στο κρεβάτι και μετά πήρε να φορέσει τις ψηλές μπότες του. «Μα γιατί;»

«Οι Λευκομανδίτες», είπε ο Πέριν. «Μετά θα σου πω περισσότερα». Έφυγε, πριν προλάβει ο Λόιαλ να κάνει άλλες ερωτήσεις.

Πριν δεν είχε ανοίξει τα μπαγκάζια του. Ζώστηκε τη φαρέτρα, έριξε πάνω του το μανδύα, πήρε την κουβέρτα και τα σακίδια στον ώμο, μάζεψε το τόξο και πίσω του δεν είχε μείνει, πλέον, κανένα ίχνος ότι είχε περάσει ποτέ από κει. Ούτε μια ζάρα στις διπλωμένες κουβέρτες του κρεβατιού, ούτε μια σταγόνα νερό στο ραγισμένο νιπτήρα. Συνειδητοποίησε ότι ακόμα και το ξυγκοκέρι είχε απείραχτο το φιτίλι. Πρέπει να ήξερα ότι δεν θα μείνω. Τώρα τελευταία, φαίνεται ότι δεν αφήνω το παραμικρό σημάδι πίσω μου.

Όπως το υποψιαζόταν, μια στενή σκάλα στο πίσω μέρος οδηγούσε σε ένα διάδρομο, που περνούσε δίπλα από την κουζίνα. Κοίταξε με προσοχή μέσα. Ένα σκυλί σιγότρεχε στο καλαμένιο κλουβί του γυρνώντας τη μακριά σούβλα, που είχε ένα αρνίσιο μπούτι, ένα κομμάτι μοσχαρίσιο κρέας, πέντε κοτόπουλα και μια χήνα. Μοσχοβολιά σούπας έβγαινε από μια χύτρα, που κρεμόταν από ένα γερό στήριγμα πάνω από μια άλλη εστία. Αλλά δεν φαινόταν πουθενά μάγειρας, δεν υπήρχε ψυχή, εκτός από το σκυλί. Νιώθοντας ευγνωμοσύνη για τα ψέματα του Όρμπαν, χάθηκε στη νύχτα.

Ο στάβλος ήταν ένα μεγάλο κτίριο, φτιαγμένο από την ίδια πέτρα με το πανδοχείο, αν και μόνο οι πέτρες γύρω από τις μεγάλες πόρτες ήταν λειασμένες. Ένα μοναχικό φανάρι, που κρεμόταν από έναν πάσσαλο, έριχνε το αμυδρό φως του. Ο Γοργοπόδης και τα άλλα άλογα στέκονταν στα παχνιά τους, κοντά στις πόρτες· το μεγάλο άτι του Λόιαλ σχεδόν γέμιζε όλο το δικό του. Η μυρωδιά των άχυρων και των αλόγων ήταν γνώριμη και παρήγορη. Ο Πέριν είχε φτάσει πρώτος.

Μόνο ένας σταβλίτης ήταν εκεί, ένας ανθρωπάκος με στενό πρόσωπο, βρώμικο πουκάμισο και κολλημένα γκρίζα μαλλιά· απαίτησε να μάθει ποιος ήταν ο Πέριν, που ζητούσε να σελώσει τέσσερα άλογα, ποιος ήταν ο αφέντης του, τι έκανε εκεί φορτωμένος τα πράγματά του κι έτοιμος για ταξίδι μέσα στη νύχτα, αν ήξερε ο αφέντης Φέρλαν ότι πήγαινε να το σκάσει με αυτό τον τρόπο, τι είχε κρυμμένο στα σακίδια της σέλας και τι είχαν πάθει τα μάτια του ― μήπως ήταν άρρωστος;