Выбрать главу

Πίσω από τον Πέριν, ένα νόμισμα πετάχτηκε στριφογυρίζοντας στον αέρα, αστράφτοντας χρυσαφί στο φως του φαναριού. Ο σταβλίτης το άρπαξε με το ένα χέρι και το δάγκωσε.

«Σέλωσέ τα», είπε ο Λαν. Η φωνή του ήταν αηάλή, με τον τρόπο που είναι απαλό το παγωμένο σίδερο και ο σταβλίτης έκανε μια υπόκλιση και έτρεξε να ετοιμάσει τα άλογα.

Η Μουαραίν και ο Λόιαλ έφτασαν στο στάβλο πάνω στη στιγμή για να πιάσουν τα γκέμια και μετά όλοι οδήγησαν τα άλογά τους πίσω από τον Λαν, σε ένα δρόμο που περνούσε πίσω από το στάβλο και έβγαζε στο ποτάμι. Το μαλακό κλιπ-κλοπ που έκαναν οι οπλές στο καλντερίμι ενόχλησε μόνο ένα κοκαλιάρικο σκυλί, που γάβγισε μια φορά και μετά έφυγε τρέχοντας καθώς το προσπερνούσαν.

«Αυτό ξαναφέρνει πολλές αναμνήσεις, έτσι δεν είναι, Πέριν;» είπε ο Λόιαλ χαμηλόφωνα, για να τον ακούσει μόνο αυτός.

«Μίλα πιο σιγά», ψιθύρισε ο Πέριν. «Τι αναμνήσεις;»

«Μα, είναι σαν τον παλιό καλό καιρό». Ο Ογκιρανός είχε κατορθώσει να χαμηλώσει τη φωνή του· τώρα ηχούσε σαν βούισμα μέλισσας, αλλά σε μεγέθους σκυλιού κι όχι αλόγου. «Το σκάμε στη νύχτα, με εχθρούς πίσω μας και, ίσως, εχθρούς μπροστά μας, με κίνδυνο και με την παγερή αύρα της περιπέτειας στην ατμόσφαιρα».

Ο Πέριν κοίταξε συνοφρυωμένος τον Λόιαλ πάνω από τη σέλα του Γοργοπόδη. Ήταν εύκολο· τα μάτια του Πέριν βρίσκονταν πιο ψηλά από τη σέλα και από την άλλη μεριά ξεπρόβαλλαν το κεφάλι, οι ώμοι και το στέρνο του Λόιαλ. «Τι λες τώρα; Σου καλάρεσε ο κίνδυνος, μου φαίνεται! Σίγουρα σου έστριψε, Λόιαλ!»

«Απλώς, κάνω συγκεκριμένη αυτή τη διάθεση στο νου μου», είπε ο Λόιαλ με επίσημο τόνο. Ή, ίσως, αμυντικό. «Για το βιβλίο μου. Πρέπει να τα γράψω όλα. Νομίζω ότι μου αρέσει. Η περιπέτεια. Φυσικά και μου αρέσει». Τα αυτιά του συσπάστηκαν απότομα. «Πρέπει να μου αρέσει, αν θέλω να γράψω γι’ αυτό».

Ο Πέριν κούνησε το κεφάλι.

Στους πέτρινους μόλους, τα πορθμεία, που έμοιαζαν με σχεδίες, ήταν δεμένα για τη νύχτα, ασάλευτα και σκοτεινά, όπως και τα περισσότερα πλοία. Όμως, υπήρχαν φανάρια, καθώς και άνθρωποι, που φαίνονταν να κινούνται σε μια αποβάθρα πλάι σε ένα δικάταρτο σκάφος και στο κατάστρωμά του, επίσης. Οι οσμές που επικρατούσαν ήταν της πίσσας και των σκοινιών, με δυνατή ψαρίλα, επίσης, αν και κάτι πίσω, στην κοντινότερη αποθήκη, ανέδιδε ένα δυνατό, οξύ άρωμα, που σχεδόν πνιγόταν στις άλλες μυρωδιές.

Ο Λαν βρήκε τον καπετάνιο, έναν κοντό, μικρόσωμο άνθρωπο, που είχε έναν παράξενο τρόπο να κρατά το κεφάλι γερμένο όταν άκουγε. Το παζάρεμα δεν κράτησε πολύ και οι ναύτες ετοίμασαν δοκούς και θηλιές για να ανεβάσουν πάνω τα άλογα. Ο Πέριν δεν τα άφησε από τα μάτια του και τους μιλούσε συνεχώς· τα άλογα δεν άντεχαν τις ασυνήθιστες καταστάσεις, όπως να υψώνονται στον αέρα, αλλά το μουρμούρισμά του έμοιαζε να καταπραΰνει ακόμα και τον επιβήτορα του Προμάχου.

Ο Λαν έδωσε χρυσάφι στον καπετάνιο και ασήμι στους δύο ναύτες, που είχαν τρέξει ξυπόλυτοι σε μια αποθήκη για να πάρουν σακιά με βρώμη. Άλλοι ναύτες έδεσαν τα άλογα ανάμεσα στα κατάρτια, σε μια πρόχειρη μάντρα από σκοινιά, ενώ μουρμούριζαν συνεχώς για τις βρωμιές που θα έπρεπε να καθαρίζουν. Δεν τα έλεγαν για να ακουστούν, αλλά τα αυτιά του Πέριν έπιαναν τα λόγια τους. Δεν ήταν συνηθισμένοι στα άλογα.

Η Χήνα τον Χιονιού σε λίγο ήταν έτοιμη να σαλπάρει, λίγο πιο νωρίς απ’ όσο σκόπευε ο καπετάνιος, που το όνομά του ήταν Τζάιμ Ατάρα. Ο Λαν οδήγησε τη Μουαραίν κάτω, καθώς οι ναύτες έλυναν τα σκοινιά και ο Λόιαλ τους ακολούθησε με χασμουρητά. Ο Πέριν έμεινε στην κουπαστή κοντά στην πλώρη, αν και κάθε χασμουρητό του Λόιαλ προκαλούσε κι ένα δικό του. Αναρωτήθηκε αν η Χήνα του Χιονιού μπορούσε να ξεπεράσει τους λύκους στο ποτάμι, αν μπορούσε να ξεπεράσει τα όνειρα. Οι ναύτες ετοίμασαν τα πανιά για να βγει το σκάφος από την αποβάθρα.

Όταν πέταξαν και το τελευταίο σκοινί στη στεριά και το έπιασε ένας λιμενεργάτης, τότε, μια κοπέλα με στενή, ανοιχτή στη μέση φούστα ξεχύθηκε από τις σκιές ανάμεσα σε δύο αποθήκες, με ένα μπόγο στην αγκαλιά και ένα σκοτεινό μανδύα να ανεμίζει πίσω της. Πήδηξε στο κατάστρωμα, ακριβώς τη στιγμή που οι ναύτες άρχισαν να σπρώχνουν με τα κουπιά για να ξεκολλήσει το πλοίο από την αποβάθρα.

Ο Ατάρα άφησε τη θέση του δίπλα στο τιμόνι και την πλησίασε φουριόζος, αλλά εκείνη άφησε κάτω τα μπαγκάζια της και του είπε με ζωηρό ύφος: «Θα πληρώσω ναύλα για κατάντη... ε... ας πούμε, ως εκεί που πάει κι αυτός». Ένευσε προς τον Πέριν, χωρίς να τον κοιτάξει. «Δεν έχω αντίρρηση να κοιμηθώ στο κατάστρωμα. Η παγωνιά και η υγρασία δεν με πειράζουν».

Ακολούθησαν μερικά λεπτά διαπραγματεύσεων. Η κοπέλα έδωσε τρία ασημένια μάρκα, κατσούφιαοε βλέποντας τα χάλκινα ρέστα που πήρε και μετά τα έχωσε στο τσαντάκι της και πήγε να σταθεί δίπλα στον Πέριν.