Είχε οσμή βοτάνων, ανάλαφρη, δροσερή και καθαρή. Τα σκούρα, γερτά μάτια της τον κοίταξαν πάνω από τα ψηλά ζυγωματικά της και ύστερα στράφηκαν να κοιτάξουν πίσω, την όχθη. Ο Πέριν την έκανε για συνομήλική του· δεν ήξερε να πει αν η μύτη της δέσποζε στο πρόσωπό της ή αν του ταίριαζε. Είσαι βλάκας, Πέριν Αϋμπάρα. Τι σε νοιάζει η εμφάνιση της;
Τώρα, το χάσμα μεταξύ πλοίου και αποβάθρας ήταν πάνω από είκοσι βήματα· τα κουπιά χώνονταν στο ποτάμι και έσκαβαν άσπρα αυλάκια στα μαύρα νερά. Για μια στιγμή, σκέφτηκε να την πετάξει από την κουπαστή.
«Ε, λοιπόν», είπε αυτή έπειτα από μια στιγμή, «ποτέ δεν περίμενα ότι τα ταξίδια μου θα με ξανάφερναν τόσο σύντομα στο Ίλιαν». Η φωνή της ήταν ψιλή και μιλούσε με έναν επίπεδο τρόπο, αλλά δεν ήταν δυσάρεστη. «Στο Ίλιαν πας, έτσι δεν είναι;» Εκείνος έσφιξε το στόμα. «Μη μουτρώνεις», του είπε. «Εσύ και η παρέα σου, ο Αελίτης, αφήσατε τον τόπο άνω-κάτω. Όταν έφυγα, το σούσουρο μόλις είχε αρχίσει».
«Δεν τους είπες;» τη ρώτησε έκπληκτος.
«Οι χωρικοί νομίζουν ότι ο Αελίτης έκοψε την αλυσίδα με τα νύχια του, ή ότι την έσπασε με τα γυμνά του χέρια. Όταν έφυγα, ακόμα δεν είχαν αποφασίσει τι από τα δύο». Αφησε έναν ήχο, που είχε ανησυχητική ομοιότητα με χαχανητό. «Ο Όρμπαν διακήρυξε μεγαλόφωνα την αηδία του, που οι πληγές του δεν θα του επέτρεπαν να κυνηγήσει τον Αελίτη ο ίδιος».
Ο Πέριν ξεφύσησε. «Αν ξαναδεί ποτέ Αελίτη, θα λερώσει το παντελόνι του». Ξερόβηξε και μουρμούρισε: «Με συγχωρείς».
«Δεν ξέρω αν είναι έτσι», είπε αυτή, σαν να μην ήταν άπρεπο το σχόλιό του. «Τον είδα στην Τζεχάνα το χειμώνα. Είχε πολεμήσει με τέσσερις άντρες ταυτοχρόνως, σκότωσε δύο και ανάγκασε τους άλλους να παραδοθούν. Φυσικά, είχε αρχίσει ο ίδιος τον καυγά, οπότε αυτό είναι στα μείον του, αλλά όμως ήξεραν πού έμπλεκαν. Δεν πήγε να τα βάλει με κάποιους που να μην μπορούν να υπερασπιστούν τον εαυτό τους. Πάντως, είναι βλάκας. Έχει κάτι παράξενες ιδέες για το Μεγάλο Μαυροδάσος. Εκείνο που μερικοί ονομάζουν Δάσος των Σκιών. Έχεις ακουστά γι’ αυτό;»
Εκείνος τη λοξοκοίταξε. Μιλούσε για καυγάδες και σκοτωμούς με την ηρεμία που μια άλλη γυναίκα θα μιλούσε για μαγειρική. Δεν είχε ακούσει για το Μεγάλο Μαυροδάσος, αλλά το Δάσος των Σκιών βρισκόταν κοντά στους Δύο Ποταμούς, προς το νότο. «Με παρακολουθείς; Με κοίταζες πιο πριν, στο πανδοχείο. Γιατί; Και γιατί δεν τους είπες τι είδες;»
«Ο Ογκιρανός», είπε αυτή, «είναι προφανώς Ογκιρανός και τους άλλους δεν δυσκολεύτηκα να τους καταλάβω. Κατάφερα να κοιτάξω μέσα από την κουκούλα της αρχόντισσας Άλυς, αντίθετα από τον Όρμπαν και, κρίνοντας από το πρόσωπό της, ο τύπος με την όψη βράχου είναι Πρόμαχος. Μα το Φως, αυτός ο άνθρωπος δεν θα ήθελα να θυμώσει μαζί μου. Πάντα έτσι είναι, ή μήπως έφαγε πέτρες στο προηγούμενο δείπνο του; Εν πάση περιπτώσει, έμεινες εσύ, λοιπόν. Δεν μου αρέσουν τα πράγματα που δεν καταλαβαίνω».
Άλλη μια φορά σκέφτηκε να τη ρίξει στο ποτάμι. Αυτή τη φορά στα σοβαρά. Αλλά το Ρέμεν ήταν μονάχα ένα θαμπό φωτάκι πίσω τους στο σκοτάδι και δεν ήξερε πόσο μακριά ήταν η όχθη.
Εκείνη θεώρησε τη σιωπή του προτροπή για να συνεχίσει. «Άρα, εδώ έχουμε» —κοίταξε ολόγυρα κι έπειτα χαμήλωσε τη φωνή της, παρ’ όλο που ο κοντινότερος ναύτης δούλευε στο κουπί τέσσερα μέτρα πιο πέρα― «μια Άες Σεντάι, έναν Πρόμαχο, έναν Ογκιρανό... κι εσένα. Ένα χωρικό, εκ πρώτης όψεως». Τα γερτά μάτια της υψώθηκαν για να μελετήσουν τα κίτρινα τα δικά του με προσήλωση —αυτός αντιστάθηκε και δεν έστρεψε αλλού το βλέμμα — και μετά του χαμογέλασε. «Μόνο που εσύ απελευθέρωσες έναν αιχμαλωτισμένο Αελίτη, κάθισες και τα έλεγες ώρα πολλή μαζί του και μετά τον βοήθησες να κάνει κιμά δώδεκα Λευκομανδίτες. Υποθέτω ότι αυτά τα κάνεις τακτικά· έδειχνες, πάντως, σαν να μην ήταν κάτι ασυνήθιστο για σένα. Οσμίζομαι κάτι παράξενο σε μια ομάδα ταξιδιωτών σαν τη δική σου και αυτό που ψάχνουν οι Κυνηγοί είναι τα παράξενα μονοπάτια».
Εκείνος βλεφάρισε· δεν μπορούσε να παρερμηνευθεί η έμφαση που είχε δώσει στη λέξη. «Κυνηγός; Εσύ; Δεν μπορεί να είσαι Κυνηγός. Είσαι κορίτσι».
Το χαμόγελό της έγινε τόσο αθώο, που ο Πέριν παραλίγο να οπισθοχωρήσει. Εκείνη απομακρύνθηκε ένα βήμα, έκανε μια επιτηδευμένη χειρονομία με κάθε χέρι και έπειτα βρέθηκε να κρατά δυο μαχαίρια, με τον άψογο τρόπο που θα το είχε κάνει και ο Θομ Μέριλιν. Ένας κωπηλάτης άφησε έναν ήχο, σαν να είχε στραβοκαταπιεί και δύο άλλοι σκόνταψαν τα κουπιά τινάχτηκαν και μπλέχτηκαν μεταξύ τους και η Χήνα του Χιονιού σείστηκε λίγο, πριν διορθώσει την κατάσταση ο καπετάνιος με τις φωνές του. Στο μεταξύ, η μελαχρινή είχε κρύψει ξανά τα μαχαίρια.