Выбрать главу

Της γύρισε την πλάτη και ξεκίνησε για την μπουκαπόρτα, που οδηγούσε κάτω από το κατάστρωμα, ενώ ένιωθε ένα ρίγος στους ώμους. Οι ναύτες ακόμα βημάτιζαν μπρος-πίσω στο κατάστρωμα, δουλεύοντας τα κουπιά. Βλάκα. Μια κοπέλα δεν θα με κάρφωνε με μαχαίρι. Τόσος κόσμος μας βλέπει. Έτσι δεν είναι; Μόλις έφτασε στην μπουκαπόρτα, εκείνη τον φώναξε.

«Χωριατόπαιδο; Μπορεί να πάρω το όνομα Φάιλε. Έτσι με έλεγε ο πατέρας μου όταν ήμουν μικρή. Σημαίνει “γεράκι”».

Ο Πέριν μούδιασε και παραλίγο να σκοντάψει στο πρώτο σκαλί. Σύμπτωση. Ανάγκασε τον εαυτό του να κατέβει δίχως να την κοιτάξει. Πρέπει να είναι σύμπτωση. Ο διάδρομος ήταν σκοτεινός, αλλά το φως του φεγγαριού, που χυνόταν πίσω του, έφτανε για να βλέπει. Κάποιος ροχάλιζε σε μια καμπίνα. Μιν, τι θες και βλέπεις πράγματα;

36

Κόρη της Νυκτός

Κατάλαβε ότι δεν είχε τρόπο να βρει ποια καμπίνα ήταν δική του και έχωσε το κεφάλι του σε αρκετές. Ήταν σκοτεινές και καθεμιά είχε από δύο άντρες, που κοιμόταν σε στενά κρεβάτια κολλημένα στους τοίχους δεξιά κι αριστερά, όλες εκτός από μία, όπου ο Λόιαλ καθόταν στο πάτωμα ανάμεσα στα κρεβάτια —χωρώντας μετά βίας― κι έγραφε στο βιβλίο του, κάτω από το φως ενός φαναριού που κρεμόταν από τον τοίχο. Ο Ογκιρανός ήθελε να μιλήσει για τα γεγονότα της ημέρας, αλλά ο Πέριν, που έτριζαν τα σαγόνια του καθώς προσπαθούσε να συγκρατήσει τα χασμουρητά του, σκεφτόταν ότι το πλοίο είχε πια διανύσει αρκετή απόσταση και ήταν ασφαλές να κοιμηθεί. Ήταν ασφαλές να ονειρευτεί. Ακόμα κι αν προσπαθούσαν οι λύκοι, δεν θα κατάφερναν να ακολουθήσουν το ρυθμό του πλοίου, που έτρεχε με τα κουπιά και το ρεύμα.

Στο τέλος, βρήκε μια καμπίνα δίχως παράθυρα, όπου δεν ήταν κανένας άλλος κι αυτό τον βόλευε μια χαρά. Ήθελε να μείνει μόνος. Μια σύμπτωση στα ονόματα, αυτό είναι όλο, σκέφτηκε καθώς άναβε το φανάρι που ήταν στερεωμένο στον τοίχο. Στο κάτω-κάτω, το πραγματικό της όνομα είναι Ζαρίν. Αλλά η κοπέλα με τα ψηλά ζυγωματικά και τα μαύρα, γερτά μάτια δεν κυριαρχούσε στις σκέψεις του. Ακούμπησε το τόξο και τα άλλα πράγματά του στο ένα στενό κρεβάτι, έριξε από πάνω το μανδύα του και κάθισε στο άλλο για να βγάλει τις μπότες του.

Ο Ιλάυας Ματσίρα είχε βρει τρόπο να ζήσει με αυτό που ήταν, ένας άνθρωπος που με κάποιον τρόπο ήταν συνδεμένος με τους λύκους και δεν είχε τρελαθεί. Ο Πέριν, ξαναφέρνοντάς τα στο νου του, βεβαιώθηκε ότι ο Ιλάυας ζούσε έτσι χρόνια πριν συναντηθούν. Θέλει να είναι έτσι. Ή, πάντως, το αποδέχεται. Δεν ήταν λύση αυτό. Ο Πέριν δεν ήθελε να ζήσει έτσι, δεν ήθελε να το αποδεχτεί. Αλλά αν έχεις το μέταλλο για να φτιάξεις μαχαίρι, το αποδέχεσαι και φτιάχνεις μαχαίρι, ακόμα κι αν ήθελες τσεκούρι. Όχι! Η ζωή μου είναι κάτι παραπάνω από σίδερο, που με το σφνροκόπημα το φέρνεις στο σχήμα του.

Επιφυλακτικά, άνοιξε το νου του, ψάχνοντας για λύκους και βρήκε... το τίποτα. Υπήρχε, βέβαια, μια αμυδρή εντύπωση λύκων κάπου στο βάθος, αλλά έσβησε πριν καλά-καλά την αγγίξει. Για πρώτη φορά, ύστερα από τόσο καιρό, ήταν μόνος. Ευλογημένα μόνος.

Φύσηξε το φανάρι και ξάπλωσε, για πρώτη φορά έπειτα από μέρες. Πώς στο Φως θα αντέξει σε τέτοια καμπίνα ο Λόιαλ; Τον πλάκωσαν εκείνες οι σχεδόν ξάγρυπνες νύχτες, η εξάντληση έλυσε τους μυς του. Του πέρασε από το νου ότι είχε καταφέρει να διώξει τον Αελίτη από τις σκέψεις του. Και τους Λευκομανδίτες. Το Φωτοκατάρατο το τσεκούρι! Που να καώ, μακάρι να μην το είχα δει ποτέ μου. Αυτές ήταν οι τελευταίες σκέψεις του, πριν τον πάρει ο ύπνος.

Πυκνή, γκρίζα ομίχλη τον τύλιξε, τόσο πυκνή εκεί χαμηλά, που δεν έβλεπε ούτε τις μπότες του και τόσο βαριά απ’ όλες τις μεριές, που δεν διέκρινε τίποτα σε απόσταση δέκα βημάτων. Πιο κοντά, πάντως, δεν υπήρχε τίποτα. Μέσα της μπορεί να κρύβονταν τα πάντα. Κάτι δεν πήγαινε καλά σε αυτή τη θολούρα· δεν υπήρχε υγρασία. Έφερε το χέρι στη μέση, ψάχνοντας την παρηγοριά που θα του έφερνε η γνώση ότι μπορούσε να υπερασπιστεί τον εαυτό του και τινάχτηκε. Ο πέλεκυς δεν ήταν εκεί.

Κάτι κινήθηκε στην ομίχλη, ένα στροβίλισμα στην γκριζάδα. Κάτι που τον ζύγωνε.

Έσφιξε τους μυς του, αναρωτήθηκε αν θα ήταν καλύτερα να τρέξει ή να σταθεί και να πολεμήσει με τα γυμνά του χέρια, αναρωτήθηκε αν υπήρχε κάτι για να το πολεμήσει.

Η αναταραχή, που πλάταινε και πλησίαζε μέσα στην ομίχλη, καθάρισε και έγινε λύκος, μια δασύτριχη μορφή, που ήταν σχεδόν ένα με την πυκνή ομίχλη. Άλτη;

Ο λύκος δίστασε και μετά πήγε και στάθηκε πλάι του. Ήταν ο Άλτης —ήταν σίγουρος γι’ αυτό― αλλά κάτι στη στάση του λύκου, κάτι στο κίτρινο βλέμμα, που υψώθηκε φευγαλέα για να ανταμώσει το δικό του, απαίτησε σιωπή, τόσο στο μυαλό όσο και στο σώμα. Εκείνο το βλέμμα απαίτησε, επίσης, να τον ακολουθήσει.