Выбрать главу

Άπλωσε το χέρι στη ράχη του λύκου και τότε ο Άλτης ξεκίνησε. Άφησε τον εαυτό του να ακολουθήσει. Η γούνα κάτω από το χέρι του ήταν πυκνή και μπλεγμένη. Έδινε την αίσθηση ότι ήταν αληθινή.

Η ομίχλη πήρε να πυκνώνει και μόνο από το χέρι του καταλάβαινε ότι ο Άλτης ήταν ακόμα εκεί, ώσπου στο τέλος, χαμηλώνοντας το βλέμμα, δεν έβλεπε ούτε το ίδιο του το στήθος. Μόνο γκρίζα αχλύ. Λες και ήταν κουκουλωμένος με μαλλί φρεσκοκουρεμένου πρόβατου. Σκέφτηκε, επίσης, ότι δεν άκουγε τίποτα. Ούτε καν τον ήχο των βημάτων του. Προσπάθησε να κλείσει για μια στιγμή τα μάτια και δεν πρόσεξε καμία διαφορά. Και πάλι δεν υπήρχε ήχος. Το χέρι του ένιωθε τις σκληρές τρίχες της πλάτης του Άλτη, αλλά δεν ήταν σίγουρος αν ένιωθε κάτι κάτω από τις μπότες του.

Ξαφνικά, ο Άλτης στάθηκε, αναγκάζοντας κι αυτόν να σταματήσει. Κοίταξε ολόγυρα... κι ευθύς έκλεισε τα μάτια. Τώρα καταλάβαινε μια διαφορά. Κι επίσης ένιωθε κάτι, ένα ανακάτεμα στο στομάχι του. Πίεσε τον εαυτό του να ανοίξει τα μάτια και να κοιτάξει κάτω.

Αυτό που είδε δεν μπορούσε να υπάρχει, εκτός αν μαζί με τον Άλτη στέκονταν στον αέρα. Δεν μπορούσε να δει ούτε το λύκο, ούτε τον εαυτό του, σαν να μην είχαν σώματα —αυτή η σκέψη σχεδόν έκανε το στομάχι του να δεθεί κόμπος― αλλά από κάτω του, ολοκάθαρα, σαν να τους φώτιζαν χίλια φανάρια, εκτεινόταν μια πελώρια σειρά από καθρέφτες, που έμοιαζαν να κρέμονται στο σκοτάδι, αν και ήταν ίσιοι, σαν να στηρίζονταν σε ένα πελώριο πάτωμα. Εκτείνονταν ως εκεί που έφτανε το βλέμμα του προς κάθε κατεύθυνση, αλλά ακριβώς κάτω από τα πόδια του υπήρχε ανοιχτός χώρος. Και εκεί ήταν άνθρωποι. Ξαφνικά, μπόρεσε να ακούσει τις φωνές τους, σαν να στεκόταν δίπλα τους.

«Μέγα Άρχοντα», μουρμούριζε ένας, «πού είναι αυτό το μέρος;» Έριξε μια ματιά τριγύρω του, μορφάζοντας καθώς το είδωλό του επέστρεφε πολλαπλασιασμένο επί χίλια και από κει και μετά κράτησε το βλέμμα ίσια μπροστά. Οι άλλοι, που ήταν ζαρωμένοι γύρω του, έμοιαζαν ακόμα πιο φοβισμένοι. «Κοιμόμουν στην Ταρ Βάλον, Μέγα Άρχοντα. Κοιμάμαι στην Ταρ Βάλον! Πού είναι αυτό το μέρος; Μήπως μου σάλεψε;»

Κάποιοι από τους γύρω του φορούσαν πολυτελή, ολοκέντητα σακάκια, άλλοι πιο απλά ρούχα, ενώ μερικοί έμοιαζαν να είναι γυμνοί, ή φορούσαν μόνο τα εσώρουχά τους.

«Κι εγώ, επίσης, κοιμάμαι», ούρλιαξε ένας γυμνός άντρας. «Στο Δάκρυ. Θυμάμαι που ξάπλωσα με τη γυναίκα μου!»

«Κι εγώ κοιμάμαι στο Ίλιαν», είπε ταραγμένος ένας, που φορούσε κόκκινα και χρυσά. «Ξέρω ότι κοιμάμαι, δεν μπορεί να συμβαίνει αυτό. Ξέρω ότι ονειρεύομαι, αλλά αυτό είναι αδύνατον. Πού είναι αυτό, Μέγα Άρχοντα; Στ’ αλήθεια ήρθες σε μένα;»

Ο μελαχρινός που τους αντίκριζε φορούσε μαύρα ρούχα, με ασημένια δαντέλα στο λαιμό και τους καρπούς. Πού και πού, άγγιζε με το ένα χέρι το στήθος, σαν να τον πονούσε. Παντού εκεί κάτω υπήρχε φως, που ερχόταν από το πουθενά, αλλά αυτό τον άντρα κάτω από τον Πέριν έμοιαζε να τον έχει κουκουλώσει η σκιά. Το σκοτάδι κυλούσε ολόγυρά του, τον χάιδευε.

«Σιωπή!» Ο μαυροντυμένος δεν μίλησε δυνατά, αλλά δεν ήταν και ανάγκη. Όσο πρόφερε αυτή τη λέξη, ύψωσε το κεφάλι· τα μάτια και το στόμα του ήταν τρύπες, που άνοιγαν στη φωτιά ενός καμινιού που λυσσομανούσε, όλο φλόγες και πύρινη λάμψη.

Τότε ο Πέριν τον αναγνώρισε. Ο Μπα’άλζαμον. Κοίταζε εκεί κάτω τον ίδιο τον Μπα’άλζαμον. Ο φόβος τον διαπέρασε σαν σφυρηλατημένα καρφιά. Θα έτρεχε, αλλά δεν ένιωθε τα πόδια του.

Ο Άλτης σάλεψε. Ο Πέριν ψηλάφισε την πυκνή γούνα κάτω από το χέρι του και τη γράπωσε σφιχτά. Αυτή ήταν πραγματική. Πιο πραγματική απ’ αυτό που έβλεπε, έτσι έλπισε. Αλλά ήξερε ότι και τα δύο ήταν αληθινά.

Οι άντρες, που ήταν μαζεμένοι κοντά, έσκυψαν και ζάρωσαν.

«Σας ανατέθηκαν εργασίες», είπε ο Μπα’άλζαμον. «Μερικές απ’ αυτές τις εργασίες τις εκτελέσατε. Σε άλλες αποτύχατε». Κάθε τόσο, τα μάτια και το στόμα του εξαφανίζονταν και γίνονταν φλόγες, ενώ οι καθρέφτες άστραφταν αντανακλώντας φωτιά. «Εσείς που σημαδευτήκατε για θάνατο, πρέπει να πεθάνετε. Εσείς που σημαδευτήκατε για πάρσιμο, πρέπει να υποκλιθείτε μπροστά μου. Δεν συγχωρείται η αποτυχία στον Μέγα Άρχοντα του Σκότους». Στα μάτια του άστραψε φωτιά και το σκοτάδι ολόγυρά του κόχλασε και στροβιλίστηκε. «Εσύ». Το δάχτυλό του έδειξε εκείνον που είχε μιλήσει για την Ταρ Βάλον, έναν άντρα με ρούχα εμπόρου, με απλά ρούχα από ακριβό ύφασμα. Οι άλλοι τραβήχτηκαν μακριά του, σαν να είχε μέλανα πυρετό, αφήνοντάς τον σκυμμένο μόνο του. «Επέτρεψες στο αγόρι να το σκάσει από την Ταρ Βάλον».