Выбрать главу

Ο άντρας ούρλιαξε και άρχισε να τρέμει σαν βέργα που είχε χτυπήσει αμόνι. Φάνηκε να γίνεται λιγότερο συμπαγής και το ουρλιαχτό του αραίωσε μαζί του.

«Όλοι ονειρεύεστε», είπε ο Μπα’άλζαμον, «αλλά όσα συμβαίνουν σ’ αυτό το όνειρο είναι αληθινά». Ο άνθρωπος που τσίριζε ήταν μόνο ένα κουρέλι ομίχλης με μορφή ανθρώπου, το ουρλιαχτό του απόμακρο και μετά ακόμα και η ομίχλη είχε χαθεί. «Φοβάμαι πως δεν θα ξυπνήσει ποτέ». Γέλασε και το στόμα του τίναξε φωτιά. «Οι υπόλοιποι δεν θα αποτύχετε πάλι. Χαθείτε! Ξυπνήστε και υπακούστε!» Οι άλλοι χάθηκαν.

Για μια στιγμή, ο Μπα’άλζαμον ήταν μόνος και μετά, ξαφνικά, εμφανίστηκε μια γυναίκα κοντά του, ντυμένη στα λευκά και τα ασημένια.

Ο Πέριν έμεινε εμβρόντητος. Ποτέ δεν θα ξεχνούσε μια γυναίκα τόσο όμορφη. Ήταν η γυναίκα από το όνειρό του, εκείνη που τον είχε παροτρύνει να διαλέξει τη δόξα.

Ένας περίτεχνος, ασημένιος θρόνος εμφανίστηκε πίσω της και η γυναίκα κάθισε, στρώνοντας προσεκτικά τις μεταξωτές φούστες της. «Χρησιμοποιείς όπως σε βολεύει την επικράτειά μου», είπε.

«Την επικράτειά σου;» είπε ο Μπα’άλζαμον. «Τη διεκδικείς για δική σου λοιπόν; Δεν υπηρετείς πια τον Μέγα Άρχοντα του Σκότους;» Το σκοτάδι γύρω του πύκνωσε για μια στιγμή, στροβιλίστηκε.

«Τον υπηρετώ», είπε εκείνη γρήγορα. «Υπηρετώ τον Άρχοντα του Λυκόφωτος εδώ και πολύ καιρό. Ήμουν φυλακισμένη για ένα μεγάλο διάστημα για τις υπηρεσίες μου, σε έναν ατέλειωτο ύπνο, δίχως όνειρα. Μόνο οι Φαιοί Άνθρωποι και οι Μυρντράαλ αποκλείονται από τα όνειρα. Ακόμα και οι Τρόλοκ μπορούν και ονειρεύονται. Τα όνειρα ήταν ανέκαθεν δικά μου, για να τα χρησιμοποιώ και να βαδίζω μέσα τους. Τώρα, είμαι πάλι ελεύθερη και θα χρησιμοποιήσω ό,τι είναι δικό μου».

«Ό,τι είναι δικό σου», είπε ο Μπα’άλζαμον. Η μαυρίλα που στριφογυρνούσε ολόγυρά του έμοιαζε να χαμογελά. «Πάντα θεωρούσες τον εαυτό σου ανώτερο από όσο ήταν, Λανφίαρ».

Το όνομα τρύπησε το μυαλό του Πέριν σαν φρεσκοακονισμένο μαχαίρι. Ένας από τους Αποδιωγμένους είχε έρθει στα όνειρά του. Η Μουαραίν είχε δίκιο. Κάποιοι απ’ αυτούς είχαν ελευθερωθεί.

Η λευκοντυμένη γυναίκα είχε σηκωθεί όρθια και ο θρόνος της είχε χαθεί. «Είμαι όσο σπουδαία είμαι. Πού κατέληξαν τα δικά σου σχέδια; Τρεις χιλιάδες χρόνια πέρασαν και εξακολουθείς να ψιθυρίζεις σε αυτιά και να κινείς τα νήματα ενθρονισμένων μαριονέτων, σαν τις Άες Σεντάι!» Η φωνή της πρόφερε τούτες τις λέξεις με κάθε καταφρόνια. «Τρεις χιλιάδες χρόνια κι όμως ο Λουζ Θέριν πάλι περπατά στον κόσμο και αυτές οι Άες Σεντάι τον έχουν σχεδόν δέσει στο λουρί τους. Μπορείς να τον ελέγξεις; Μπορείς να τον παρασύρεις; Ήταν δικός μου, πριν τον δει εκείνη η άτιμη η Ιλυένα, με τα μαλλιά σαν σανό! Θα ξαναγίνει δικός μου!»

«Είσαι αφέντρα του εαυτού σου τώρα, Λανφίαρ;» Η φωνή του Μπα’άλζαμον ήταν μαλακή, αλλά οι φλόγες μαίνονταν συνεχώς στα μάτια και το στόμα του. «Πάτησες του όρκους σου στον Μέγα Άρχοντα του Σκότους;» Για μια στιγμή, το σκοτάδι σχεδόν τον τύλιξε και φαίνονταν μόνο οι λαμπερές φωτιές. «Δεν μπορείς να τους σπάσεις τόσο εύκολα, όσο εύκολο ήταν να εγκαταλείψεις τους όρκους που έδωσες στο Φως, διακηρύσσοντας την πίστη σου στον καινούριο αφέντη σου στην Αίθουσα των Υπηρετών. Ο αφέντης σου σε κατέχει παντοτινά, Λανφίαρ. Θα τον υπηρετήσεις, ή θα διαλέξεις μια αιωνιότητα πόνου, ατέλειωτου θανάτου, δίχως λύτρωση;»

«Υπηρετώ». Παρά τα λόγια της, στεκόταν ψηλή, αγέρωχη. «Υπηρετώ τον Μέγα Άρχοντα του Σκότους και κανέναν άλλο. Παντοτινά!»

Η πελώρια σειρά με τους καθρέφτες άρχισε να εξαφανίζεται, σαν να την έπινε ένα μαύρο κύμα που πλησίαζε στο κέντρο. Η πλημμύρα κατάπιε τον Μπα’άλζαμον και τη Λανφίαρ. Έμεινε μονάχα σκοτάδι.

Ο Πέριν ένιωσε τον Άλτη να κινείται και με μεγάλη χαρά τον ακολούθησε, ενώ τον οδηγούσε μόνο η αίσθηση του τριχώματος στο χέρι του. Μόνο όταν κουνήθηκε, συνειδητοποίησε ότι μπορούσε να το κάνει. Προσπάθησε να ξεδιαλύνει αυτό που είχε δει, χωρίς να τα καταφέρνει. Ο Μπα’άλζαμον και η Λανφίαρ. Ένιωθε τη γλώσσα του κατάξερη. Για κάποιον λόγο, η Λανφίαρ τον τρόμαζε περισσότερο από τον Μπα’άλζαμον. Ίσως επειδή είχε βρεθεί στα όνειρά του τότε, στο βουνό. Φως μου! Μια Αποδιωγμένη στα όνειρά μου! Φως μου! Και αν δεν του είχε διαφύγει κάτι, η Λανφίαρ είχε αψηφήσει τον Σκοτεινό. Του είχαν πει και του είχαν μάθει ότι η Σκιά δεν είχε εξουσία πάνω σου, αν την αρνιόσουν μα πώς μπορούσε ένας Σκοτεινόφιλος —κι όχι απλός Σκοτεινόφιλος, αλλά ένας από τους Αποδιωγμένους!― να αψηφήσει τη Σκιά; Θα πρέπει να τρελάθηκαν, σαν τον αδερφό τον Σίμιον. Τούτα τα όνειρα με τρέλαναν!

Το σκοτάδι ξανάγινε αργά ομίχλη και η ομίχλη σταδιακά αραίωσε, ώσπου ο Πέριν βγήκε με τον Άλτη σε μια χλοερή λοφοπλαγιά, που έλαμπε στη λιακάδα. Τα πουλιά κελαηδούσαν από ένα σύδεντρο στα ριζά του λόφου. Ο Πέριν κοίταξε πίσω. Μια πεδιάδα όλο λόφους, με αραιές συστάδες δέντρων, απλωνόταν ως τον ορίζοντα. Πουθενά δεν φαινόταν ούτε ίχνος ομίχλης. Ο μεγαλόσωμος, ταλαιπωρημένος λύκος στεκόταν και τον κοίταζε.