«Τι ήταν αυτό;» ζήτησε να μάθει ο Πέριν, παλεύοντας με το νου του ώστε να μετατρέψει την ερώτηση σε σκέψεις που θα καταλάβαινε ο λύκος. «Γιατί μου το έδειξες; Τι ήταν;»
Συναισθήματα και εικόνες πλημμύρισαν τις σκέψεις του και το μυαλό του τα έβαλε σε λέξεις. Αυτό που έπρεπε να δεις. Πρόσεχε, Νεαρέ Ταύρε. Αυτό το μέρος είναι επικίνδυνο. Να φυλάγεσαι, σαν λυκόπουλο που κυνηγάει σκαντζόχοιρο. Αυτό ακούστηκε σαν Μικρή Αγκαθωτή Πλάτη, αλλά το μυαλό του έδωσε στο ζώο το όνομα με το οποίο το γνώριζε ως άνθρωπος. Είσαι πολύ νέος, είσαι καινούριος.
«Ήταν αληθινό;»
Όλα είναι αληθινά, όσα φαίνονται κι όσα δεν φαίνονται. Αυτό έμοιαζε να είναι η μόνη απάντηση που θα του έδινε ο Άλτης.
«Άλτη, πώς βρίσκεσαι εδώ; Σε είδα να πεθαίνεις. Σε ένιωσα να πεθαίνεις!»
Όλοι είναι εδώ. Όλοι οι αδελφοί και οι αδελφές που υπάρχουν, που υπήρξαν, που θα υπάρξουν. Ο Πέριν ήξερε ότι οι λύκοι δεν χαμογελούσαν, τουλάχιστον με τον τρόπο των ανθρώπων, αλλά για μια στιγμή δέχτηκε την εντύπωση ότι ο Άλτης χαμογελούσε πλατιά. Εδώ πετώ ψηλά, σαν αετός. Ο λύκος μαζεύτηκε και μετά πήδηξε ψηλά στον αέρα. Το άλμα του τον ανέβασε ψηλά, ψηλότερα, ώσπου έγινε μια κουκκίδα στον ουρανό και έστειλε μια τελευταία σκέψη. Πετάω.
Ο Πέριν τον ακολούθησε με το βλέμμα, ενώ το στόμα του έχασκε. Τα κατάφερε. Ένιωσε ξαφνικά τα μάτια του να καίνε, ξερόβηξε και σκούπισε τη μύτη του. Να δεις που θα με πιάσουν τα κλάματα, σαν κοριτσάκι. Δίχως να το σκεφτεί, κοίταξε ολόγυρα, μήπως τον είχε δει κανείς και τα πάντα άλλαξαν γοργά.
Στεκόταν σε μια ράχη, με σκιερά, ασαφή υψώματα και βυθίσματα της γης παντού γύρω του. Έμοιαζαν να σβήνουν υπερβολικά γοργά στον ορίζοντα. Από κάτω του στεκόταν ο Ραντ. Ο Ραντ κι ένας ακανόνιστος κύκλος από Μυρντράαλ, άντρες και γυναίκες, από τους οποίους το βλέμμα του έμοιαζε να γλιστρά μακριά. Κάπου στο βάθος αλυχτούσαν σκυλιά και ο Πέριν ήξερε ότι κάτι κυνηγούσαν. Ο αέρας ήταν γεμάτος από την οσμή των Μυρντράαλ και τη βρώμα του καμένου θειαφιού. Οι τρίχες του σβέρκου του ορθώθηκαν.
Ο κύκλος των Μυρντράαλ και των ανθρώπων πλησίασε τον Ραντ κι όλοι περπατούσαν σαν να ήταν κοιμισμένοι. Και ο Ραντ άρχισε να τους σκοτώνει. Σφαίρες φωτιάς πετάχτηκαν από τα χέρια του και έκαψαν δύο. Αστραπές έπεσαν από ψηλά κι έκαναν άλλους κάρβουνο. Στήλες φωτιάς, σαν λευκοπυρωμένο ατσάλι, τινάχτηκαν από τις γροθιές του και πέτυχαν άλλους. Και οι επιζήσαντες συνέχισαν να πλησιάζουν αργά, σαν να μην έβλεπε κανένας τι γινόταν. Ένας-ένας πέθαναν, ώσπου δεν απέμεινε κανείς και ο Ραντ έπεσε στα γόνατα λαχανιασμένος. Ο Πέριν δεν ήξερε αν γελούσε ή αν έκλαιγε, έμοιαζε λίγο κι από τα δύο.
Από τα υψώματα φάνηκαν μορφές ― κι άλλοι άνθρωποι που έρχονταν κι άλλοι Μυρντράαλ, με στόχο τον Ραντ.
Ο Πέριν έκανε χωνί τα χέρια μπροστά στο στόμα. «Ραντ! Ραντ, έρχονται κι άλλοι!»
Ο Ραντ σήκωσε το πρόσωπο από κει που είχε γονατίσει και γύμνωσε τα δόντια, με τον ιδρώτα να κολλά στο πρόσωπό του.
«Ραντ, έρ —!»
«Οι φλόγες να σε κάψουν!» ούρλιαξε ο Ραντ.
Φως έκαψε τα μάτια του Πέριν κι ο πόνος κατάπιε τα πάντα.
Βογκώντας, κουλουριάστηκε σαν μπάλα στο στενό κρεβάτι, ενώ το φως ακόμα έκαιγε πίσω από τα βλέφαρά του. Το στήθος του πονούσε. Το ακούμπησε και μόρφασε όταν ένιωσε ένα έγκαυμα κάτω από το πουκάμισό του, ένα σημάδι μικρό όσο μια ασημένια πένα.
Αργά, έδωσε εντολή στους μουδιασμένους μυς του να ισιώσουν τα πόδια του και ξάπλωσε ανάσκελα στη σκοτεινή καμπίνα. Στη Μουαραίν. Αυτή τη φορά πρέπει να το πω στη Μουαραίν. Θα περιμένω μόνο να φύγει ο πόνος.
Όσο, όμως, καταλάγιαζε ο πόνος, τον κατέλαβε η εξάντληση. Μόλις που πρόλαβε να σκεφτεί ότι έπρεπε να σηκωθεί και ύστερα ο ύπνος τον παρέσυρε ξανά.
Όταν ξανάνοιξε τα μάτια, ήταν ξαπλωμένος και κοίταζε τα καδρόνια από πάνω του. Το φως που έμπαινε από την πάνω και την κάτω χαραμάδα της πόρτας σήμαινε ότι είχε ξημερώσει. Αγγιξε το στήθος του, για να βεβαιωθεί ότι το είχε φανταστεί, ότι το είχε φανταστεί με τόση αληθοφάνεια, ώστε είχε νιώσει ένα έγκαυμα...
Τα δάχτυλά του βρήκαν το έγκαυμα. Δεν το φαντάστηκα, λοιπόν. Είχε αμυδρές αναμνήσεις κι από άλλα όνειρα, που ξεθώριαζαν την ίδια στιγμή που τις ξανάφερνε στο νου. Συνηθισμένα όνειρα. Ένιωθε ότι είχε κοιμηθεί ήσυχα όλη τη νύχτα. Και θα ήθελα να ξανακοιμηθώ τώρα. Αλλά αυτό σήμαινε ότι μπορούσε να κοιμηθεί. Αρκεί, βέβαια, να μην υπάρχουν λύκοι ολόγυρα.